Δικέλης Βλιχός
ΤΡΕΙΣ ΚΟΥΦΑΛΕΣ Σ’ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ *
(απόμειναν δύο, αλλά ως γνωστόν οι κουφάλες από τα δέντρα δε φεύγουν…)
[Ποίημα παλαιάς κοπής, μα επίκαιρο και πολλαπλώς διδακτικό]
Κάποιο δέντρο σε χωράφι το ’καψε ένας κεραυνός
κι από τότες λυπημένος το κοιτάζει ο ουρανός.
«Τι να κάμεις», του μηνάει, «πρέπει να ξεριζωθείς
ούτε καν σκιά δεν έχεις, το χωράφι θα οργωθεί
να φυτέψουν άλλο δέντρο που να έχει και σκιά
για να κάθουνται οι εργάτες που κοπιάζουν στη δουλειά».
«Τι μου λες, δε σε πιστεύω, δώσε αλλού τις συμβουλές
κοίτα με, πώς μεγαλώνω και φουσκώνω σα λουλές
χρώματα έχω αποκτήσει, πράσινο του χορταριού
και γαλάζιο της θαλάσσης και το μαύρο του γκρεμού».
Επεράσανε οι μήνες σα νεράκι στην πηγή
το δεντρί μας ολοστέκει σ’ άγονη και χέρσα γη.
Κι ένας γλάρος με κιθάρα τραγουδάει θλιβερά
για το δέντρο, το χωράφι κι άλλα που είναι μισερά:
…Τρεις κουφάλες σ’ ένα δέντρο κείτονται και μας κοιτούν
τελευταία, και μας λένε πως τους πάντες μας χωρούν.
Λέει η μία, η νταρντάνα, πράσινη και δολερή
που για χρόνια ασελγούσε και περνιόταν στυγερή:
«μπείτε μέσα θα σας δείξω της πατρίδας την τιμή».
Μπήκαν όλοι κι όσοι βγήκαν, είπανε: «Ω! παρακμή!».
Λέει η άλλη η γαλάζια οδαλίσκη, η παρδαλή:
«νάρθετε στην αγκαλιά μου», πήγαν κι είπαν: «τρισαλί!»
και η μαύρη: « θα σας πάω μέχρι κάτω στη μηλιά»**
κι όσοι γλίτωσαν εσκούζαν με πρησμένη την κοιλιά...
Και εγώ που σας χαρίζω τούτη δω την αρμαθιά
στους στίχους μέσα θώρησα παιδιά με δυο σπαθιά.
Τους είπα: «μόρτες, πέστε μου, πού πάτε, με τρεχάλες;»
«Να κόψουμε», μου φώναξαν, «τις σχαμερές κουφάλες,
να σκάψουμε, να σπείρουμε το έρμο το χωράφι
γιατί ετούτοι το ’καψαν κι εκείνο πάει στράφι.».
* Ο συγκεκριμένος τίτλος είναι ένα από τα πλέον ευφυή, τελευταία, συνθήματα σε τοίχους της Αθήνας.
** Υπονοείται ο γνωστός θρύλος για την Κόκκινη Μηλιά.
Δικέλης Βλιχός
ΤΡΕΙΣ ΚΟΥΦΑΛΕΣ Σ’ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ *
(απόμειναν δύο, αλλά ως γνωστόν οι κουφάλες από τα δέντρα δε φεύγουν…)
[Ποίημα παλαιάς κοπής, μα επίκαιρο και πολλαπλώς διδακτικό]
Κάποιο δέντρο σε χωράφι το ’καψε ένας κεραυνός
κι από τότες λυπημένος το κοιτάζει ο ουρανός.
«Τι να κάμεις», του μηνάει, «πρέπει να ξεριζωθείς
ούτε καν σκιά δεν έχεις, το χωράφι θα οργωθεί
να φυτέψουν άλλο δέντρο που να έχει και σκιά
για να κάθουνται οι εργάτες που κοπιάζουν στη δουλειά».
«Τι μου λες, δε σε πιστεύω, δώσε αλλού τις συμβουλές
κοίτα με, πώς μεγαλώνω και φουσκώνω σα λουλές
χρώματα έχω αποκτήσει, πράσινο του χορταριού
και γαλάζιο της θαλάσσης και το μαύρο του γκρεμού».
Επεράσανε οι μήνες σα νεράκι στην πηγή
το δεντρί μας ολοστέκει σ’ άγονη και χέρσα γη.
Κι ένας γλάρος με κιθάρα τραγουδάει θλιβερά
για το δέντρο, το χωράφι κι άλλα που είναι μισερά:
…Τρεις κουφάλες σ’ ένα δέντρο κείτονται και μας κοιτούν
τελευταία, και μας λένε πως τους πάντες μας χωρούν.
Λέει η μία, η νταρντάνα, πράσινη και δολερή
που για χρόνια ασελγούσε και περνιόταν στυγερή:
«μπείτε μέσα θα σας δείξω της πατρίδας την τιμή».
Μπήκαν όλοι κι όσοι βγήκαν, είπανε: «Ω! παρακμή!».
Λέει η άλλη η γαλάζια οδαλίσκη, η παρδαλή:
«νάρθετε στην αγκαλιά μου», πήγαν κι είπαν: «τρισαλί!»
και η μαύρη: « θα σας πάω μέχρι κάτω στη μηλιά»**
κι όσοι γλίτωσαν εσκούζαν με πρησμένη την κοιλιά...
Και εγώ που σας χαρίζω τούτη δω την αρμαθιά
στους στίχους μέσα θώρησα παιδιά με δυο σπαθιά.
Τους είπα: «μόρτες, πέστε μου, πού πάτε, με τρεχάλες;»
«Να κόψουμε», μου φώναξαν, «τις σχαμερές κουφάλες,
να σκάψουμε, να σπείρουμε το έρμο το χωράφι
γιατί ετούτοι το ’καψαν κι εκείνο πάει στράφι.».
* Ο συγκεκριμένος τίτλος είναι ένα από τα πλέον ευφυή, τελευταία, συνθήματα σε τοίχους της Αθήνας.
** Υπονοείται ο γνωστός θρύλος για την Κόκκινη Μηλιά.
Δικέλης Βλιχός
Υπαρχει και το αλλο συνθημα σε τοιχους:
ΑπάντησηΔιαγραφήΚΟΥΦΑΛΕΣ ΣΑΣ ΖΗΤΑΝΕ ΤΑ ΣΦΡΑΓΓΙΣΜΑΤΑ
και οποιος καταλαβε!