Ένα blog στο Ρουπάκι - Ίσκιος επικοινωνίας!

Στον ηλεκτρονικό του ίσκιο δημιουργησαμε μαζί έναν ανοιχτό χώρο ενημέρωσης, σκέψης και προβληματισμού για την ζωή μας σε όλες της τις εκφάνσεις. Για πράγματα που αγαπάμε αλλά και που μας ενοχλούν.

Φιλόξενος τόπος για ενημέρωση, προβληματισμό και δραστηριοποίηση για τα τοπικά πράγματα αλλά και για θέματα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, ανοιχτός ακόμα και σε "θυμωμένες" απόψεις με ευπρέπεια και σεβασμό.

Στη δύσκολη συγκυρία θα προσπαθήσουμε να κάνουμε τον ίσκιο μας σημείο συνάντησης και επικοινωνίας για τους συμπολίτες μας και να προτείνουμε λύσεις και διεξόδους για τον τόπο μας που μοιάζει να μην μιλάει με τους ανθρώπους του.

Ξεκινώντας από απλά και μικρά που θα μας επιτρέψουν να ξαναγνωριστούμε και να μάθουμε να συζητάμε και να συνεργαζόμαστε, να λύνουμε προβλήματα.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σάτυρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σάτυρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Μεμάς Μπρατσέτος και οι Σιόρες του (Ι)

Ο ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ ΠΡΟΛΟΓΙΖΕΙ ΤΣΙ ΠΑΡΟΛΕΣ ΤΣΗ ΣΙΟΡΑΣ ΚΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΕΝΙΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΣΗ ΣΙΟΡΑΣ ΒΙΤΩΡΙΑΣ

Όπως σας μολόησα, τσι μικρές ρετσέτες οπού τσι έβανα αποκάτου από τη μεγάλη  την εδική μου, μπριν από λίγες βδομάδες επεράσαμε από τα αρκαία τση Σάμης, ελόγου μου και οι σιόρες μου. Η σιόρα Κάτε, επειδής αποφάσισε να μορφωθεί, εζούλεψε λογάτε από τη Βιτώρια, σπουδαγμένη φιλόλογος είναι, εδιάβασε και για να πώ την πάσα αλήθεια, ήξερε πουλιότερα από ούλους μας. 

Εδιάβασε τον Παρτς, τον Μηλιαράκη, τον Καββαδία, τον Μοσχόπουλο και ήτανε έτοιμη για την περατζάδα μας. Το λοιπό, γδέστε τσι παρόλες τση από τη βόρτα μας. Κι είπα: η σιόρα Κάτε παρλάρει, η σιόρα Βιτώρια γράφει (εσυφώνησε να μην παρεμβαίνει σε ό,τι τση έλεε η Κάτε, βέβαια, εστραβοκατακλείδιαζε) κι εγώ γουδέρω τα καμώματά τσου… Και κάπου κάπου με αφήνανε να λέω και ό,τι θέλω. Α, τσου είπα, άμα θέλετε μαρουλάκια τρυφερά, θα με αφήκετε να παρλάρω κι εγώ μέσα τσι παρενθέσεις. «Καλά, Μεμά μου», είπε η Κάτε. «Ό,τι θέλεις».

Η ΣΙΟΡΑ ΚΑΤΕ ΠΑΡΛΑΡΕΙ : ΝΙΑ ΒΟΡΤΑ ΣΤΑ ΑΡΚΑΙΑ ΤΣΗ ΣΑΜΗΣ

Α.  Ο ΛΟΦΟΣ ΤΣΗ ΑΡΚΑΙΑΣ ΚΥΑΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΦΑΝΕΝΤΩΝ

Μπονόρα μπονόρα, νια Πέφτη του Θεριστή, εκινήσαμε, ελόγου μου, η κουρλή η αδερφή μου (σημείωση Μεμά: εδώ η Βιτώρια εστραμουτσούνιασε) και ο αφέντης μας (σημείωση Μεμά: εγώ, εδώ εκαμάρωνα ωσά σκεπάρνι κι ας ήξερα πως  με έγλειφε η Κάτε για να τση γιομίζω το στόμα με μαρουλάκια), για να βορτάρουμε στα αρκαία. Ανεβήκαμε με τσι γλώσσες μας ώσμε γραβάτες, από το μονοπάτι με κατεύτυση τσου Άγιους Φανέντες. Εδεκεί μες τσι μάζες,  ορτώνονταν κάτι χαλάσματα από το τείχος τση αρκαίας Σάμης.

«Και τι είναι ευκειά», εμουρμούρισε η Βιτώρια. «Γκρεμισμένα σπίτια»; «Να μπερμπελίσω μες στα γράμματα οπού έμαθες, ωρή», είπε η Κάτε. «Τα αρκαία τείχη είναι τση Σάμης. Έχουνε γκρεμιστεί από τσου σεισμούς αλλά και τσι πέτρες, τσι χρειαστήκανε οι αθρώποι για να φκιάσουνε τα σπίτια τσου».
Ρονιές ο ίδρωτας έπεφτε από τσι κουτέλες μας, ο Μεμάς έλεε «Ω, τα κλιτσινάρια μου με πονούνε!», αλλά το πρωινό αεράκι μας εδρόσιζε και γύρω μας τα φλισκούνια, οι ασβελαχτοί, οι σκίνοι κι οι μυρτσίνες, μηδέ και τα πεύκα, μας εστέρνανε τα πουλιό ωραία αρώματα.  Μας ετρυπάανε και τα περνάρια, αλλά δεν εσκοτιζόμαστε. Τα πουλιά επεταρίζανε ολοτρόγυρά μας  κι ένας κερομύτης μας εσυνόδευε με το κελαϊδητό του. «Α, και να είχα την καραμπίνα μου», επέταξε ο Μεμάς, αλλά η Βιτώρια τον αποπήρε. «Δε μας υποσκέθηκες, Μεμά, πως δε θα ξανασκοτώσεις, πουλί;». Ο Μεμάς εβουβάθηκε κι εμείς ετηράαμε πίσω μας τη Σάμη κι ελέαμε: «Ωρέ, τι όμορφη που είναι η Σάμη μας! 

Το λιμάνι τση, τα κότερά τση κι η θέα μέχρι την Αγιά Θυμιά! Κι ο Καραβόμυλος, θάμα! ΜΕ τη λίμνη του και τσι πάπιες του!» «Είδατε σε τι ωραίο μέρος ζούμε, μωρές;», είπε ο Μεμάς και τον είδαμε να κατεβάζει τη μουσούδα του. «Γιατί, Μεμά μας;», των αρωτήσαμε, αλλά δε μας είπε. Αναστέναξε μόνε και τον ακούσαμε να πετάει ένα «τσου άχρηστους!» και τίποτις άλλο. «Και ποιοι είναι οι άχρηστοι;», τόρμησα να ρωτήξω. «Κανείς!», απάντησε ο Μεμάς μουσκλωμένος  και εκλώτσησε νια πέτρα. «Ωου! Ώου! Το χοντρό μου το δάχτυλο», έσκουξε!

Σε νια στιγμή, φωνάζει η Βιτώρια που επήαινε εμπροστά: «Ω!, ελάτε να γδείτε, το θάμα, ελάτε να γδείτε θεϊκά πράματα, ελάτε να γδείτε την ομορφιά με τα χέρια του αθρώπου». «Σιγά, μωρή μην κάνεις έτσι!», τση είπε ο αφέντης μας και τόμου επροχωρήσαμε λιγουλάκι, εμείναμε με ανοιχτό το στόμα, σα χάνοι που περιμένουνε το μεζέ απά στο αγκίστρι. Εγώ, εφώναζα χαρούμενη κι ο Μεμάς μας έμεινε σα στήλη άλατος. Νομίζαμε πως τον έβρηκε φαστίδιο και τον εκουνήσαμε. Τόμου εσυνήρτε μάς είπε: «Κάθε βολά που κι εγώ το γλέπω μένω με ανοιχτό το στόμα». Είναι το παρεκκλήσι του Άη Νικόλα, είπα, εγώ. Κι εσυνέχισα με ένα κομμάτι από ένα βιβλίο που εδιάβασα και το έμαθα παπαγαλία: Αγιογραφίες, είναι, του 17ου αιώνα. Ο Χριστός, η Παναγία, οι Απόστολοι, σκηνές από την Καινή Διαθήκη, ζωγραφισμένες με πίστη και έμπνευση και με κουριοζιτά από ένανε σπουδαίο αγιογράφο που δεν ηξέρουμε το όνομά του. Τα χρώματα ανεξίτηλα μένουν αιώνες κι ο καιρός τα εσεβάστηκε κι σεισμός είπε να τα αφήσει για να γλέπουνε ούλοι την ομορφιά και να κάνουνε ευλαβικά το σταυρό τσου. 

Καθώς τα έλεα, τούτα, δεν ξέρω τι με έπιασε. Μου ρκότανε να πετάξω, να το πω σε ούλονε τον κόσμο, τι έγλεπα. Ίσαμε τη Σάμη κι ακόμα παραπέρα, στην Πύλαρο κι ακόμα παραπέρα στην Αμερική κι ακόμα πιο πίσω στην Αυστραλία. Ο Μεμάς μου και η αδερφή μου, με ετηράανε αλλά εγώ ήμουν ευτυχισμένη. Κι η Βιτώρια επλησίασε τα αριστουργήματα, τα ετήραε ένα ένα κι εσήκωνε το πρόσωπό τση στον ουρανό.

Ο αφέντης μας όμως ήντουνε στενοχωρημένος. Ένα δάκρυ εκύλησε από το δεξί του το μάτι κι εγώ τον αρώτηξα: «Γιατί, Μεμά μου, γιατί είσαι θλιμμένος;». Τσίποτσι δε μας είπε κι εμείς εβγάναμε φωτογραφίες συνέχεια. Δυο Άγιοι εμένανε μου εκάμανε εντύπωση. Ήτανε σα να εκοιτούσανε εμάς, σα να μας λέγανε «Γιατί;», έτσι μου εφάνηκε και σκέφτηκα: Μήπως για αυτό το «γιατί», ο Μεμάς μας είναι στραβομουτσουνιασμένος;

Δεν ηθέλαμε να φύγουμε. Εμελετούσαμε ούλες τσι αγιογραφίες κι ύστερις ετηράαμε κάτου. Εγλέπαμε τη θάλασσα κι είπαμε με νια φωνή: «Τι ωραίο θέαμα! Από τα χρώματα του αγιογράφου κι από τσι μορφές των αγίων στα χρώματα τση φύσης. Ω, ω! Πόσο μοιάζουνε!.

Ο Μεμάς, είχε προχωρήσει λίγο πιο πάνου, πήραμε το μονοπάτι δεξιά και εφτάσαμε σε νια πηγή με λιγουλάκι νερό. «Ελάτε εδώ, ωρές, να σας πω», φώναξε ο Μεμάς. Μπριχού πάμε, είπα εγώ κάτι που εσκέφτηκα, δίχως να το διαβάσω: « Λέτε εδώ, ο Οδυσσέας, μπριχού φύγει για την Τροία, πίνοντας νεράκι δροσερό να είπε στην Πηνελόπη του: Μάτια μου και ψυχή μου, μην κλαίς που θα πάω στον πόλεμο, γλήγορα θα γυρίσω, μην κλαίς, τον Τηλέμαχο πρόσεχε, πόσο θα κάνω πέντε με έξι μήνες; 

Δελέγκου, ψυχή μου, θάρτω πίσω… Η Πηνελόπη χαμογέλασε κι εκειός έκρυψε ένα δάκρυ, γιατί ήξερε πως θα γύριζε μετά από είκοσι χρόνια. Ποιον θα ’βρισκε; Αυτό, δεν το ήξερε…»

Εψιμογέλασε ο Μεμάς (σημείωση Μεμά: εγώ, πιστεύω πως η πραγματική Ιθάκη είναι ο σημερινός Πόρος, αλλά σίγουρα ο Οδυσσέας που ήταν και κυνηγός –όπως κι εγώ- θα ήξερε ετούτη την πηγή) κι ευτυχώς! Δε θέλαμε το Μεμά μας, στενοχωρημένο! Εκάτσαμε δίπλα του, έβγαλε από το σακκούλι του μαρουλάκια, μας έδωσε, κι εκειός ένα μπουκούνι νόστιμο ψωμί από του Βαγγέλη το φούρνο και τυρί από το γάλα μας που είχε φκιασμένο, έριξε λαδάκι από ένα λιοστάσι που έχουμε απά στα Πουλάτα, έριξε ρίγανη οπού είχε μάσει απά στη Ριγανίστρα, τα έβαλε στο στόμα του κι εμάσαε ωσά το φορτηγό του Τάβιου του Λέπουρα που ανεβαίνει στον ανήφορο. Εμασουλούσαμε και οι τρεις μας και σε νια στιγμή εστραβοκατάπιε η Βιτώρια από τη μαλιγκουνία τση να φάει ούλα τα μαρούλια (σημείωση τση Βιτώριας: ψέμματα, λέει. Τρία μαρουλάκια έφαα κι εκείνη ένα πρόλαβε. Ωρές μήγαρις έχει δίκιο;). Κι αφού ετελέψαμε, μας είπε ο αφέντης μας:

«Ξέρετε, μωρές τι φαντάζουμε; Και τι με κάνει χαρούμενο τώρα;» «Τι Μεμά μας;» του είπαμε και οι δυό με νια φωνή. «Δεν μπορεί, κάποτες σε τούτον τον τόπο θα γεννηθεί ένα παιδί που θα πάρει εκδίκηση». Εγώ κι η Βιτώρια, εφοβηθήκαμε, δεν τον ερωτήξαμε πώς θα τηνε πάρει, αλλά ο Μεμάς εσυνέχισε: «Να προφυλάξει το εκκλησάκι κι εκειές τσι ομορφιές, να φκιάσει περιπατητικές διαδρομές και μονοπάτια όμορφα, να σενιάρει την περιοχή, να καθαρίσει και να αναδείξει ετούτη την πηγή που κρατάει ζαμάνια και ζαμάνια και φανταστείτε μωρές, ετούτη την πηγή εκλείσανε οι Ρωμαίοι κι οι πρόγόνοι μας αρρωστήσανε». «Τι, έγινε;», ερώτησε η Βιτώρια.  Α, μωρή, τση είπα εγώ, τίποτις δεν έμαθες στη σκολή σου; Όταν θα έρτει η ώρα σε λιγουλάκι θα σας πω εγώ. Τα γράφει με το νι και το σίγμα ο Παρτς! «Ποιος Παρτς, μωρή παρτσακλή;» απάντησε η Βιτώρια. Εγώ, εγέλασα βροντερά και τση είπα: Ξέρω, θα ξαναπείς, πως έλειπες από το μάθημα, εκείνη την ημέρα που εκάνατε την πολιορκία τση Σάμης από τσου Ρωμαίους! (σημείωση Βιτώριας: λέω την πάσα αλήθεια: αυτή η ιστορία λείπει από τα βιβλία Ιστορίας. Δεν ξέρω, γιατί λείπει, αλλά λείπει!)

«Άστε τα τώρα, ευκειά», είπε ο Μεμάς κι ασκώθηκε. Τον ακλουθήσαμε κι επήραμε το μονοπάτι τση επιστροφής. «Μπρος, για την κορφή του λόφου», είπε. «Για την αρκαία Κυάτιδα»!


(συνεχίζεται)

Κοντραστάρος: Η ξαδρέφη μου ...η κόρη τση θειας μου

Η ξαδρέφη μου,  τση θειάς μου τση Ανεζούλας θυγατέρα, είχε σκοντάψει απά στον κομό μιτσή όταν ήτονε (κατά τα δεκαοχτώ τση) κι είχε κάμει ένα καρούμπαλο απά στο κούτελό τση όπως αυγό χήνας! Έβαλε την κλαούρα όπως θρηνήτρα, σκούζοντας άριες κι αμά εβλαστήμαε τον κομό, τον έβενο και τον ξυλοκόπο, τον έμπορα και τον πελεκητή του επίπλου.  Εκείνο το αυγό απέμεινε στο κουτελό τση τέσσερα ημερόνυχτα! Τόμου και το αυγό εσπαράλιασε δεν εβγήκε χηνόπουλο, μήτε ορτύκι, η φάουσα… ΕΒΓΗΚΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΣΗ ΜΕΣΑΘΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ ΤΣΗ!

Βωρές  αναγνωσταράδες  τέτοιο φουντάνι, τέτοιο κούρταλο και ζουρλαμάδα… ευκείνη με τόση δεμπολέτσα και κάζο θα μπόριε να γίνει υπουργός τση Άμυνας, η τση Παιδείας, η τση Υγείας, ή ό,τι στο διάουλο μη σου πω!     

Για να σας τρατάρω το τεστάρισμα μιας αλήθειας και να μη σας γδω με μια οκά μούσκλα στα μουσούδια… πρέπει να αφήκετε το κλαμπάνισμα και να αρκινίσετε να συλλογιέστε από τα θέμελα! Πρέπει να κουρουπώσετε το νου σας, να κάμετε γαργάρες το γιόμα με μαγιόλαδο και το σούρουπο να ξεβλασταρώσει μέσαθέ σας λάργκα λάργκα η ευκαρίστηση, η εσέντσα κι όχι τ’ απομπούκουνα και τα απομαζώματα!   Λόγου χάρη κάποιες βολές  τσι παροιμίες και τσι λαϊκές τσι ρήσες που μας σερβίρουνε πουθεμπού,  τσι πειράζουνε, έχουνε τζίφρα  Μουρδούληδων, όπως τα καντήλια και τα ραπόρτα για την θεια μου την Ανεζούλα που την εβγάλανε κατουρλού και ήτονε θησαυρός, Κυρά κι Αφέντρα  Θειος σχωρέστη !  Τραγουδάανε οι μαέστροι « η θεια μου η Ανεζούλα τρία βρακιά φορεί, όσπου να βάλει το να το άλλο το κατουρεί» !  Κάπου εδέ κει μετά τσου δοσίλογους το Σαράντα και μπρει το λυσοκούκι του σεισμού, η θεια μου η Ανεζούλα εκρέμαε στο πλυσταριό τση μπαμπακοφανέλες, τα σάβανα και ούλη τση την προίκα. Απάνου από το πλυσταριό, στο πατερό, σε ένα καδρόνι καβάλαε το κουρλό ( η ξαδρέφη μου) και έκανε τη μαϊμού! Ήτο μια οκά γαϊδούρα, σχεδόν τση παντρειάς κι αντίς να ράβει καμιά βέστα, κάνα ξελουρίδι, ή να βοχθά την Ανεζούλα… έκανε σκάνταλα, τραμπαλήθρες, ξάγγλισμα τσι τρίχες τση  και τραγούδαε παπαρδέλες, τσι περισσότερες βολές για συγκινεί και γειτόνους   όπως
 « το μ--νί τση Λάουρας πρεβατεί σαν κάουρας»  και ήτο ικανή ευκιές τσι δυο κουβέντες να τσι λέει ούλη μέρα κι ούλη νύχτα! 

Του Αγι- Αντωνιού, το λοιπό, το Γενάρη, καθώς η μαύρη μάνα τση  σάρωνε το πλυσταριό κι αμά με το σίκλο γιόμισε τη σκάφη βλίχα… το κουρλό, είκοσι χρονώνε κρέας… άνοιξε τα κλιτσινάρια τση από τα αψήλου  και κατούρησε την απλωταριά με τσι κούδες τση Ανεζούλας! Η μαγκούφα η Ανεζούλα στο σκαμνί τση ελάγκεβε τα ουράνια από πού ήρτανε τα πρωτοβρόχια. Μάζεψε γλήγορα τσι κούδες και τα μυξομάντιλα με τα κατουρλιά τση Λάμιας…  κλειδαμπάρωσε και μποτζάρισε το σπίτι τση από τον μαΐστρο και τα φαινόμενα! Ασφάλισε και τα πατζούρια τση, ώσπου να περάσει η θεομηνία. Ε, έδε κει που κωλόκατσε ζόρκα να αλλάξει, που ‘χε γίνει λούτσα από το λαδοσάπουνο τση σκάφης πιάνει το ογρό βρακί και το πιθώνει στα μπούτια τση. Τόμου και ψαχούλεψε ούλες τσι κούδες και ήτο μουλιασμένες από το ψιλοβρόχι, χτυπά την πόρτα  η Γερασιμούλα του Μαρκουλή λέοντας. « Ανεζούλα, ούλα καλά ωρή; Γιατί έχεις κλειστά;» Ανοίγει αμποτά την μπούκα και γλέπει ζόρκα την Ανεζούλα  να αλλάζει κούδες μαυρομπολιασμένη και κακοθάνατη.  Τέλος, τέλος κι από τα πολλά, βάνει τη βράκα που φόραε ομπρί, την σαπουνοβρεμένη.  Η Γερασιμούλα  που τήραε τη δόλια να κάνει την κουρλή απά τσι κούδες… τση μοσκοβόλησε και η βροχούλα… στάθηκε στη πόρτα αλαφιασμένη κι έβγαλε τα συμπεράσματά τση!  Δε θέλει και πολλά η γειτονιά το όνομα να σου βγάλει!

Η ξαδρέφη μου λοιπό, έστρωσε ξαφνικά, μεγαλοκοπέλα, αβέρτα μετά τσου σεισμούς του πενήντα τρία κι αφού έφαε τον πρώτονε!   

Είναι πρόφαντο πως ο ψωλιόνας στρώνει  τα άστρωτα  και ηρεμάει  τ’ άγρια.

Κι αμά λέτε παπαρδέλες για εκειό που σέρνει βαπόργια!

Ύστερα από έτη μιλιούνια… μετά τη τιμωρία των Χουντικώνε, απά τσου Δημοκρατικούς που μας στελιάσανε  κι απά τσου  μεθύστακες που ενοικιάσανε οι ξένες μέδουσες να μας αποτελειώσουνε … η ξαδρέφη μου ήτο μια, κοντά πενηντάρα Δημόσια υπάλληλος. Επήρε γοργά μια σύνταξη, λόγο μιας ανήλικης κλήρας που χε, λόγο μιας κλαδικής που κατείχε, ενός εφάπαξ που καρτέραε, ενός συζύγου που τση έφευγε και μιας μάνας που… κατουριότανε πάνω τση!  Τι διάουλος που είναι η ζωή!!!

Είναι αντροπής μου που θα το πω, ας πέρασαν τα έτη, μα μες τα στήθια μου ακόμη κλώθω το μιτάρι τση αλήθειας για την καψερή τη θεια μου!

Ήτο καλοκαίρι Ιούλιος του δύο χιλιάδες τέσσερα… την χρονιά που ξεσκλάανε τα όβολα και τα τάλαρα οι  κουστουμάδοι προσμένοντας τσι Ολυμπιάδες και τα κούρταλα. Εκείνο το έτος που δεν ήρτανε  επισκέπτες παρί κάτι χίπηδες, εκειό το θέρος που πουλάγανε κάτι  καλόρεχτοι το καλαμποκάλευρο ασήμι και το άκουα  μπρούντζο. Τότενες, το λοιπό, επήγα να γδω τη θεια μου που τα χε χαμένα μεγάλη γυναίκα όπως τα χουμε ούλοι μας τώρα χωρίς να κατουριόμαστάνε!  

Ήτονε στο περιβόλι τση η μαγκούφα, φορούσε μια σκέπη όπως ραμπαούνι και μασούλαε, η έγλειφε ένα βούσκο κάτου από μια κοντούλα. « Γεια σου θειααα » Έσκουξα με ούλη μου τη βολή !    Αργά έστριψε η σκέπη τση που ήτο μέσα το κεφάλι τση και ψέλλισε «Καλώς τη Μερόπη μου» και τση έπεσε το βούσκο στο σώχωρο!   Ανάθεμα την ώρα που μου ‘ρτε να διαβώ το πορτόνι τση ξαδρέφης μου εκείνη τη μέρα! Ο Φωστήρας, εγγονός τση Ανεζούλας ομπρός τσου νεφταρμούς μου πάει δελέγκου δελέγκου οπίσω τση και σκούζει « ΟΧΙΑΑΑ» αφού εσάρτησα του λόγου μου όπως καυλωμένος τράγος στο λιθοκούλουμο του Μπάλαρη…  « οχιά και μονημερίδα, ορέ Μουνταλά », του λέω!   Αμά η θεια μου ξαπλώνει στο λάκκο με την κροπιά, από καρδιά! Κουρβουλιάστηκε η καψερή από την λάμπαξη του Μπουχέσα! Έγινε το έλα να δεις! Η ξαδρέφη μου έσκουζε, ο άντρα τση εκυνήγαε τον Μπουρθακλά, εγώ είχα τσιρλίσει τσι γάμπες μου και η θεια, ήτο κούρβουλο έδε κει στην κροπιά!   Μετά τα ευκέλαια και τα καντήλια, εδώκανε κι ένα γλέφαρο τση Ανεζούλας. Την ασηκώσαμε, την εκουβάλησα  με ζόρι στη σάλα, τση δώκαμε άκουα, μια ογκιά χαπάκια, ναυταλίνη λστα ρουθούνια… Ήρτε κι ο Ντοτόρος που την ακρουμάστηκε… «Καρδιακό!» λάλησε ο Ντοτόρος κι ανάθεμα άμα ξανάβγαλε γλώσσα.

Κυριακή το λοιπό τέσσερις Ιούλι, το έτος δύο χιλιάδες τέσσερα απά τση εννιά παρά… έπαιζαν  τα ποδόσφαιρα οι Νέο Έλληνες με τσου Πορτογάλους! Ετήραα των Άντρα τση ξαδρέφης μου με τσι Κλήρες του που εγλέπανε το τόπι να πηαίνει και να έρκεται , έτρωα  πασατέμπους, έριχνα κι ένα βλέφαρο στη καρδιακιά μιας και η ξαδρέφη μου στην άλλη τελεόραση  έγλεπε μαγειρέματα και δεν είχε στην άρρωστη τα μέντε τση!   Απά στο πενήντα εφτά μινούτο του κλοτσοσκουφιού ο Χάρης ο Αστέρης, τόμου και  καλοθυμούμαι, χώνει το τόπι στη τράτα! Ω Άγιοι Φανέντες μου! Ω Νοταρά μου λείψανο!  Ο Άντρας τση ξαδρέφης μου και τα μουρλά οι κλήρες του, βάνουνε τσι σκουξιές… σπάνε μια σκάτολα δυο μπικιόνια, ένα κατζέλο, τα κεφάλια τσου! Ε! ΕΚΕΙΟ ΗΤΟΝΕ! Έσπασε τη μεσούλα τση η θειά μου είκοσι τριάντα μοίρες προς τα ψήλου κι αμά άφησε τη στερνή τση πνογή σε μια στεναξιά! Έγινε για κάποια μινούτα το έλα να γδεις!

Κούκαλο η Μαύρη Ανεζούλα. Γκολ εσκούζανε. Φωνάζανε οι τελεοράσεις. Η κλήρα με σηκωμένες τσι γροθιές ούρλιαζε «ψόφησε η Γιαγιά, ψόφησε η Γιαγιά!» Η ξαδρέφη μου «Σκάστε διαούλοι» και να τηρά τση κατσαρόλες που αχνίζανε ηλεκτρονικά. Οι παίχτες να κωλοτρίβουντε στα ξένα. Η γειτόνισσα να μπουκάρει χαρούμενη απά στη ψόφια. Εγώ να μαζεύω τσου πασατέμπους… κι αμά έγινε η… κηδεία!  

Τι μέρα ήτονε κείνη! Για πινομής του Έθνους ξεψύχησε η Χριστιανή!

Κακιά και ψυχρή η βίζιτά μου! Δε δαγκιέται τση Ανεζούλας το τυχερό!

Το όνομα τση ξαδρέφης μου δεν θα πω γιατί ούλοι τη ξέρενάστε! Δε τη ξεσυνερίζομαι! Μα να εκειό που δε θα τση συγχωρέσω, είναι πως άφηκε το σμήνος του Κοσμάκη να νομίζει πως έκανε μπούρι τσι κούδες τση! Η Ανεζούλα και για άλλα που δε μελέτησα, είχε διαβεί του λιναριού τα πάθη κι είναι άδικο του αδίκου το όνομα που σου βγαίνει να μη το χεις!

Το λοιπό  λόγω του ότι ο Κοντραστάρος δε ξιέται με τα αγκώνες του…

Και λόγου ότι «ούλοι οι άγιοι στο βαρέλι κι ο Χριστός τάπα»…

Του λογου μου λογάω πως ότι… κάλιο να σου βγει τα όνομα παρί οι νεφταρμοί!

Εγώ, ο Μεμάς Μπρατσέτος καλοσωρίζω τον Κοντραστάρο

Ωρέ! Ωρέ! Επήε να μ’ έβρει φαστίδιο! Τι γλέπουνε  τ’ αυτιά μου και τι ακούνε τα  μάτια μου! Ο Κοντραστάρος είναι αληθινός; Υπάρχει; Έχει σώμα, και κλιτσινάρια;     Μπα, γιε! Κι εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά, ωσάν ανεμοβροντή στην αρκή του καλοκαιριού; Απά στα μπάνια; Κι εγώ που πίστευα πως δεν υπάρχει! Πως είναι πλάσμα τση φαντασίας του Ρουπακιού!  Θα κάμω μερόνυχτα να το πιστέψω. Μόλις το είγδα στο Αρουπάκι, τι δηλαδής δεν το είγδα εγώ, η σιόρα Κάτε μού το εφώναξε. 

Ήμουν ανεβασμένος απά στα κεραμίδια να ματίσω ένα,  οπού είχε σπάσει από την τελευταία όστρια. Ετρόμαξα όπως μου το εμπέλαξε η σιόρα, ετρύπησα το δάχτυλό μου με το σκουριασμένο σύρμα και εσκέφτηκα να πάω εδεκεί στο φαρμακείο να μου κάμει ο Μάκης μια ένεση για να μη με πιάσει τέτανος –μόλις θυμάμαι τη λέξη μούρκεται στο μυαλό ο Τιτανικός, εκειό το έργο οπού είχα δει στο σινεμά του Αργοστολιού, με κειους τσου δυο κουρλούς να τηράνε το πέλαο στην πλώρη –αλλά ελυπήθηκα οπού επνίγηκε εκειός κι η μαντενούτα του γλίτωσε-πάντα οι γυναίκες τηνε γλιτώνουνε. 

Ήτανε ένας χειμώνας  οπού δεν είχα κόψει και πολλά ξύλα, αφού είχα- και οπού λέτε αφού σας εκούρλανα με τσι παρόλες μου, τόμου άκουσα την είδηση για τον Κοντραστάρο, εσάρτησα από τα κεραμίδια και ω! τι έπαθα! εστραμπούληξα το ποδάρι μου, εκούντρησα απά σε ένα πατερό –όλο κουντράω τελευταία- που το είχα για να το πριονίσω, για να μην κουντράω, δηλαδή, είχε απάνου και μια σκουριασμένη πρόκα-ω! ξανάπα,  δεν τηνε γλιτώνω την ένεση, θα πάω στον Μάκη και αφού σας εξανακούρλανα –μετά είγδα στο διαδίχτυ ότι οι κουντριές και τα σκουριασμένα σύρματα κάνουνε τον άνθρωπο να παρλάρει ωσάν να τσερλίζεται…Σούμπιτες τρέχουνε οι λέξεις και ο άλλος οπού σ’ακούει, τόρκεται να σου σκάσει ένα σκαμπίλι ανάποδο, αλλά επιτιμάει το διάουλο και σκέφτεται ότι κάνει μπάνιο στην Αντίσα με ναι μαντενούτα από την Αγγλία.

Μπήκα στο Ρουπάκι και είγδα τη ρετσέτα του Κοντραστάρου. Η σιόρα Βιτώρια, εχασκογέλαε «Σιγά» , εμπέλαξε, «ποτέ εγώ δεν τον επήγαινα τον Κοντραστάρο», τι λες μωρή», επήρε το λόγο η  σιόρα Κάτε: «ευκειός είναι μάγκας, είναι συγγραφέας, είναι ποιητής, είναι φιλόσοφος. Τήρα μωρή πώς τα γράφει. Σενιαρισμένες λέξες, ατάκες μόρτικες, εικόνες σιλεντσιόζες μα μπουμπουνάτες, σχήματα λόγου τζετζιλιαρισμένα, ιδέες σέριες….»! Κι εγώ, ο Μεμάς ο Μπρατσέτος, εσυφωνούσα με τη σιόρα Κάτε. Τση έκλεισα όμως το στόμα με νια χεριά άχερο για να σταματήσει τσου ύμνους. Οι πολλοί δεν κάνουνε καλό. Αλλά, ημπορεί να μην εκατάλαβε τον αγώνα του «ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΕ ΓΑΛΑ» για να μη βγώ σα να έβγαινα πρώτος, αλλά εκατάλαβε τον φαμόζο  Κοντραστάρο. Τον αρχιγραφιά, εκείνονε που μόνε το όνομά του να μελετήσεις τρέμει σύγκορμη η φύση, οι θάλασσες αγριεύουνε, τα λιγκόνια τραγουδάνε και χορεύουνε, οι μπάμπουρες κάνουνε μέλι θυμαρίσιο, τα πουλιά τρυπάνε τσου αέρηδες φκιάνοντας τουνέλια χαράς, οι γλάροι κοτσιλάνε  απά στο μύτο των ψαράδωνε και τα γουρούνια γρούζουνε για νόστιμα απίδια. Ναι, τον φαμόζο Κοντραστάρο!  Για τσι ιδέες του, τσι εξυπνάδες του, τσι παρωδίες του και τσι σατυρικές του αρλούμπες, τσι λύσες που έχει για ούλα τα προβλήματα, τσι κανούργιες λέξεις οπού φκιάνει και τσι σκορπίζει στο πόπολο, τσι παρόλες που αραδιάζει κι αμά κάθεσαι να τσι ξεμπλέξεις, ω! το θάμα, ανακαλύφτεις πως είναι σοφές και μαγκιόρες και τα λεπά και τα λεπά... Κι  ό,τι με πιάνει στην μπένα του και   δεν μπειράζει. Άμα με πιάσει το γλυκύ μου θα του απαντήσω, αλλά τώρανες, μόνε δόξες του πρέπουνε.

Σήμερις, μετά το κάμα τση μερός, κι αφού έκαμα ζόρκος ένα μπάνιο στο Λουτρό, πασαλειμμένος με λάδι κορόνι, περσινό για να μαυρίσω τω όντι, ήρτε ένα βράδυ ολόγλυκο κι εγώ κι οι σιόρες μου μετά την ένεση οπού έκαμα απά στο αριστερό κωλομέρι, καθισμένος με προσοχή απά στο δεξί,  μπαντάροντας βεραμέντες, με την κιθάρα μου –γιατί δε σας το έχω πει, είμαι κιθαρωδός, τηνε γριτζουνάω καλύτερα και από τον Χιώτη- εσκαρώσαμε κάτι στιχάκια και σας τα φεστάρουμε στη μάπα. Έντανε αποκάτου:

Ο Κοντραστά- Ο Κοντραστάρος  ήντουνε πλάσμα τση φαντασίας
Μα να που φανερώθηκε δεν είναι οφτασία
Για να μας πει τι έκαμε, πού πήγε τόσους μήνες
Κι εκόντεψε η περιοχή να τηνε πιάσουν πείνες
Τση λείψανε τα όβολα μα πιο πολύ οι ιδέες
Του Κοντραστάρου βασιλιά που τον υμνούν παρέες
Απά στην κόψη του ουρανού εκύλαε τσι λέξεις
Πάρτες παιδάκι μου κι εσύ για να μπορείς να παίξεις

(ΡΕΦΡΑΙΝ)
Ο Κοντραστάρος φάνηκε εσύ, Κάτε μου, πήδα
Κι ας έριξε η Βιτώρια μας στη γη την κατακλείδα
Ο Κοντραστάρος θα φανεί κει κάτου στην πλατέα
Κι όλοι μαζί θα τρέχουμε θε να γενεί  κολέας
Και τσι καινούργιες εκλογές θα κατεβούμε αντάμα
Για να μην έβγουμε ποτές θα τόχουμε και τάμα

Ο Κοντραστά- Ο Κοντραστάρος ήντουνε πλάσμα τση φαντασίας (τρις)
…………
Κι αμά, διάουλε, πάλε το ίδιο βιολί ……

Ετραγουδάαμε ίσαμε τα μεσάνυχτα και τόμου επήαμε να πέσουμε έπεσε νια βροντή, μα νια βροντή  οπού ελαμπάξαμε κι αρκίνησε νια βροχή να πέφτει με χαλάζι, ωσάν καρύδια. Οι αστροπές στη συνέχεια επέφτανε απά στην κορφή του Αυγού και εκυλάανε ίσαμε τα Βλαχάτα κι ετρυπώνανε μέσα στη Μελισσάνη. Κι αμά άκουες ένα βουητό που έλεες, σεισμός είναι, σεισμός είναι. Οι σιόρες μου ελαμπάξανε τόσο οπού εμπελάζανε ρυθμικά κι εμένανε μου εφάνηκε πως το μπέλαγμά τσου  ανακατεμένο με το μπουμπουνητό και τσι αστροπές έλεε: «Ο – ΚΟ- ΝΤΡΑ –ΣΤΑ- ΡΟΣ – ΦΑ- ΝΗ- ΚΕ– Ο  -ΚΟ- ΝΤΡΑ –ΣΤΑ- ΡΟΣ –ΦΑ-ΝΗ-ΚΕ…..«Άγιε μου», είπα, «τι σημάδι είναι ευκειό;» Και αναρίτσιασα. Έτριζε το κατακλείδι μου και η μουσούδα μου είχε νια κατεβασιά, ωσάν την κατηφόρα των Άη-Φανέντωνε…. Εχώθηκα κάτου από τα σεντόνια μου κι εμέτραα πρόβατα  για να κοιμηθώ κι απά στο 85.678 εκυνήγαα ένα αρνάκι να το τσακώσω και  μου κρύφτηκε μέσα σε μια μάζα από ασβελαχτούς. Ψάχνοντάς το, χρρρρρ…


ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ

Κοντραστάρος - ΖΩ!

ΝΑ ΜΠΕΙ Ο ΔΙΑΟΥΛΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΑΣ! ΝΥΦΙΤΣΕΣ!
Σας χαιρετώ αδούλειαστος, ζωερός, αμαγάριστος όπως πλέουρο!
    
Να το λοιπόν πως καταντήσατε τα χωριά σας… σα ντα μουσούδια σας!

Βρωμάνε, ζέχνουνε και κρούνε, η σκέψη και τα χνώτα σας!!!

Ω γιε…σας έπιασε τάχα η ψυχοπόνεση! Αντίς να σταυρώνατε τότενες το ΚΑΚΟΧΡΟΝΑΧΕΙΣ ΚΑΙ  ΤΟΝ ΚΟΝΤΡΑΣΤΑΡΟ…σταυρωθήκατε του λόγου σας, σταυρώσατε  τα παιδιά σας και τον τόπο σας… με στείλατε για βρούβες! Ο Χριστούλης ωρέ, εκουβάλησε  το σταυρό για ένα ανηφόρι μοναχά… κι η αφεντιά σας τον έκαμε ραφτόνε  στη σπάλα!   ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΑΘΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΡΔΙΟ ΣΥΝΗΘΕΙΟ! 
 
Δεν εφανερωννόμουνα επί τούτου! 

ΡΟΥΠΑΚΙΔΕΣ ΑΓΑΠΗΤΟΙ! ΟΥΛΟΙ! ΧΩΡΙΣ ΞΕΣΚΟΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥ ΜΕΜΑ ΜΠΡΑΤΣΕΤΕ ΜΕ ΤΟ «ΓΑΛΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΡΟΓΑΛΑ»… ΠΟΥ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΕΣΤΡΑ, ΤΑ ΚΟΜΠΛΙΜΕΝΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΤΕ ΣΟΥ ΣΤΟ «ΚΑΚΟΧΡΟΝΑΧΕΙΣ 2010»  ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΕΝΤΙΑ ΜΟΥ!

Σας είμαι παραστάτης και σέμπρος στη σενιορία σας!

Χάθηκα Ωρές μου! Όπως χαθήκατε και του λόγου σας από τσου νεαυτού σας!

Σας αγαπάω όμως, όπως τα πρωινά του τόπου μας! Σας αγαπάω όπως την πνογή που ρουφάω από τον ανεμορούφουλα του Ρουδιού το θρούμπι και τσι λαψάνας την ανεμορπή! Σας αγαπάω όπως κάθε θραμπούλιασμα τσι μέρας! Σας αγαπάω και   μουνουχισμένους σας θωρώ ξέλαργα, που συρθήκατε στην πύργια και σκάσατε στον πάτο τση πλίθας κι απάνου στο κάφκαλό σας ρίχνουνε τελεοράσεις, λαπιτόπια, αγγλικά πιοτά, θέσεις εργασίας και γυριστές τρίχες από μούσια σκλαβούνων!
    
Ζω… κάτου από το ξεκουρούπωτο δέντρο τση ιστορίας, στην συλλοή  κι απά στο φυλλολόισμα  τα ματόφρυδα γένονται οκάδες και πετάω απ το Μεγάλο Βουνό στα Ταρκασάτα κι απ την Άγια Γρούσπα στο κάστρο.

Ζω… αβαλίδος και έψιμος, πινομής των Τσιτσιμπαίων που με χλίψη φορούνε πανωφόρια, σκελέες, ψυχή, μπούτια, καρδιά, σκουτιά νεκρικάτα!

Ζω… ακόμα, αμπαρμπούτιαστος, πισωκώλου κι απερηφάνευτος στο κατωφλόπορτο του Άδη και σε ντελίριο τον μπάλο αρχίζω.

Ζω… σαν θάγμα, στο θάγμα του θεαυτού του Ανθρώπου και μερώνω στα ζεστά σκέλια μιας ερπίδας στο ξωφόρι της Πατρίδας μου.

Ζω… γιατί το κακοθάνατο περνάρι που σκιέσαι και βρίσκεις ολημερίς,  σκοντάφτεις και σε μποδάει και σε σκιάζει,    κάποτες…   θα το γδεις!

Τόμου και σου δικάει…Ζω…

Ένα συγνώμη να σου πω στο πυρομάχι καβάλα που πατώ,  πόγινε δρόμος κι αμά το ονόμασες Πατρίδα.   Διαουμάω μιλιούνια τσι ντροπές τση υπόδουλης καθεμέρας μου.

Κι απά στη γιόμιση του φέγγους τα σκλεπούνια  σκρεμιδεύουνε στον ίδρωτα τση  μετώπης μου. 
Άγιε μου… ντέλομαι!

Κοντόψυχος, τα φανερά να κρύβω! Κι εκειό που είμαι να μη βαστώ!  

Ε το λοιπόν… κι άμα ζω;  Φέξε μου κι αγλίστρησα!  
    
Ομπρί κάτι μηνιάτικα,  είχα πέσει του μάκρου και του πλάτου…είπα μέσαθέ μου «Ανάθεμα  τσι άγονες ψυχές των ερειπωμένωνε  λιμανιών!»

Κι αμά,  ομπρί κάτι βδομαδιάτικα, απά στο ρίμμα του ήλιου… μούρτε σβιλάδα στην σβερκαδούρα και αιστανόμουνα  οκάδες βαρύ το πέτο μου. 

Συνεννογιέμαι εγώ με εμένανε…  εκειό που ήμουνα, μ’ εκειό που ήθελα  κι εκειό που με κάματε…
  
ΟΧΙ! Δεν είμαι του λόγου μου Λιανοπουλητής ονείρατων! Ούτε Ματσαδόρος σε λιτανείες και κούρταλα! Απαρατώ κόμματα και «Γάλατα, Σανούς, Κακοχρονάχεις», το πολύ πολύ με το συμπάθιο, «κακοχρονάχετε!» μιας και «κακοχρονάχουμε» θελήσαμε παρέα    κι απά στην κακομοιριά  μπαρκάδοι!
  
Μα Σιορ Μπρατσέτε μου,  δε με αμπαδάρει η φαμίλια μου… και ψήφο να γυρέψω του αλλουνού;!
    
Όπου γυμνοί κι ανάλλαγοι, που να βρεις τα όβολα, τα χαρτόσημα, τα σκατά και τα σάβανα… ένα κάρο Μιλόρδους, σέμπρους, κολομπέους, Γροστολιώτες, κατακαθούρια, ίσα με τρακόσια βατσέλια, βασιλιπάλιατσα, ορτύκια, νεροκουβαλήστρες… Σώχορα και Μώχορα! Κι αμά… ξέρω εγώ από τζόγους μπα γιέ μου;  Να μου βγει η Παναγία και να ρουφήξω φόλα μου;   

Με τσου κοκόρους τσου πολλούς σε τρώει το αίμα σου, γλυκαίνεται το δόντι  και τόμου κι ανοίξεις  φάμπρικα θέλοντας και μη, θα σπάσεις τσι σπιέρες σου!

Κι άμα μωρέ είγδες προκοπή από τσου Κόμηδες, τσου Σέμπρους, τα Δεούτελα  και τσου Δεσπότες;    Ποια δημοκρατία θα ασπαστείς μωρέ; Πια απ’ ούλες; Πότενες την αντάμωσες και που την ακρουμάστηκες;  Η λευτεριά Μαγκούφη μου, είναι για τσι Κωλοφωτιές και τσι Βαβύλες!  Με στα  σπλάχνικά σου τη Λευτεριά  εμάντρωσες  κι απόξου ψάχνεις δόλιε! Το δίκιο που ξεσκλάς, υπόσκεσαι.   Θα βοχθάς του Πονεμένου το πόνεμα με μια οκά μούρη καθώς θα σκαίνεσαι  την κατακλείδα του.

«Θ’ αχνίζει ψέμα ο στόμας σου… νάθε χίλια πανεπιστήμια διαβείς… Ορκωτής, για να δικαιολογάς τσι πράξεις σου ».  

Να σας χαρώ… συλίντρεχοι να πα να αγιάσετε! Ουρές οι υπόλοιποι τσι Κυριακάδες στο προσκύνημα! Ουρές τσι καθημερινές τσι Τράπεζες, ουρές τα βρόχια με τα κοτσύφια και τσου μπούφους που πετάνε τσι οθόνες  και ξωτικά που κράζουνε και τίποτσι δεν λένε…μα τίπουτσι! Τίποτες, για την ουρά, νάθιγκ  για τσου τελευταίους τση ουράς, πολύ πιο μπροστά από τον πρώτονε.

Τόμου κι απολάει η εκκλησιά… μη σου παραξοφανεί… αντίδωρο δεν έχει!
             
Το λοιπόν Ρουπάκιδες τσι κάμαμε κι αυτές τσι εκλοέέέέές! 

Μου εκόψατε  τα ύπατα! Μου αλλάξατε τον ανανία!

Τι ήτανε ευκειό  εφέτο Πατριώτες;;;

Το ένα τρίτο τση κρεατόπιτας συμμετείχε τσι  εκλοές, το άλλο τρίτο τσι έκαμε και το άλλο τρίτο στα καφενεία βλαστήμαγε, κατάστρωνε, τσακωνόταντανε, έλεε ψέματα, έβλεπε ΑΖΜΙΝ, έχανε το σπίτι του, κοιμότουνε ανοιχτομάτικα, επερίμενε να μπηδηχτεί η γυναίκα του, εκατούραε το ζήθο του, έχανε τη δουλειά του κι έβανε άλλονε να τηνε ψάχνει, σκότωνε την ώρα που του λάκιζε από μόνη τσι και δε τηνε πετύχαινε... έμεινα Δεούτελο!
      
Ο Θειός   να  συγχωρέσει το Γκλόμπο!
Αναπαμένος ο Κλοντίρης!
Ο τσαμένος ο Κοντραστάρος ο Σμπαράδος!

Θα κάνανε ούλοι φκείνοι, φκειά που κάματε του λόγου σας; 
      
Είπανε στο Λαό οι Κόμηδες : « Δημοκρατία δε θέτε; Ε! Ελάτε να τηνε παίχτε ούλοι!» Κι απά στην καύλα του το κοκορέλι έχεσε ομελέτα  μιας και δε προκόβει να κάμει αυγά! Μούτοι το λοιπόν οι Άλαλοι, με τσι κραυγές τσι τζούφιες… έπαιξαν στρόμπο με μια πλευρά να στέκει απ’ ούλες!

Κι αμά…  

Τι σάρτους που κάνουνε οι νικητές στον ύπνο τσου!
Σωροί τα άντερα από μιλιούνια λαγουδέλια, με ένα σμπάρο μοναχά!
Από  μια φαμίλια, αλλού ο φαμελίτης αλλούθε ο συφάμελος !

Του ανεψιού μου του Τζώρτζινα λόγου χάρη… η μάνα του στο τοπικό για να πάρουνε τη θυγατέρα τσι  τσι τρούπες και τα σπήλαια. Ο αδερφός του στου άλλου για τι θα του τρατάρουνε τα χρεωστικά του ύδατος από τα πρόπερσι. Ο Τζώρτζινας διαούμαε κάτι τσάντες με κωλόχαρτα και γαλέτες από ζούπερ μαρκέτα και δυο πενηντάρικα που βρωμάανε πουτσίλας από τσι τσέπες ενός ιδρωμένου λιβάις όπου βγήκανε…. Ο ένας  τ’ αλλουνού…εκειού…του όντος, του εκλεχτού του νούτσιου, του όποιου του οποίου, του όπουκιανπού! 

Τούτη τη βολά δεν κατουρήσατε εκεί που γλείψατε ή ανάποδα!
Σας κατουράανε καθώς γλείφατε! Σκρεμίδισμα τσι αγάπης με βλαστήμιες! Σπουδαγμένοι Σκουμπούεροι !

Μένω απόσβωλος και ψαχαλεύω κόντι κόντι το λίμπρο ντ όρο να βρω τσου Πρόγονους... από πού ειμαστάνε και ΤΙΙΙΙ;  Βασκαμός μας πετυχησιά! 

Τραμπαλάρω  ότα γλέπω τον ένα δώθε, τον άλλο κείθε… τον κούτση και τον λάλα ομπρός πίσω… κι όμως, ο πίξιος και ο δίξιος  τόσο κοντά!  Ντάλε κουάλε!

Τόμου πάλε και τα βάλεις ξέλαργα… τόμου και βάλεις και τη λιόκρουση… ημπορεί να μην έχετε κι ούλα τα άδικα,  μιας και κανείς μας δεν γλέπει κειό που φαίνεται και πίσω από δαύτο στέκει!  Ίσως και πάλι είστενε σοφοί  κι εγώ ο  δαιμονισμένος!

Μα είναι πολλά τα τέρμινα, βάλε με το νου σου, το νου αν θα προκάμεις μπρος να  τονε βάλεις, η νάβα να σαρπάρει πινομή στα εγγόνια, να θειαφίσεις τη ρήμαξη για να τρυγήσεις μιαν αξία.

ΕΥΚΕΙΟ ΘΑ ΠΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ!     

Τηράτε ορέ, για τούτα και για τα άλλα, του Κοντραστάρου τα λόγατα σε πλάκα ριζιμιάς να γρατζουνίσετε!

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΟΙ ΛΑΟΥΡΕΝΤΗΔΕΣ ΤΣΙ ΕΠΙΣΤΑΣΙΑΣ!

Τσου Μαφιόζους με τσι σημαίες και τα φλάμπουρα που γράφουνε την ιστορία και τσου μύθους. Τα Παραλέκατα που ξεσηκώνουν τσι ημερομηνίες όπως να σκώνουν τη κότα τσου. Που ξεπατικώνουν μιλιούνια Νοστράδαμους και ξεστέλιαστες παστρικιές με σκολίωση, που φουμάρουν Μανδραγόρα κι αμά βάνουνε ξέμπλιαστα πλεκτά με ορμήνιες τσου ΑΝΙΔΕΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ… ΣΤΟΝ ΑΝΟΝΕΙΡΟ ΟΧΛΟ!   ΤΣΟΥ ΧΛΙΜΜΕΝΟΥΣ, ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΣΤΟΙΧΙΣΜΕΝΟΥΣ!

ΠΑΛΑΜΑΚΙΖΟΝΤΑΣ  ΚΩΛΑΝΤΕΡΑ ΑΠΟ ΚΟΛΕΘΡΑ!     Η ΑΦΕΝΤΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟΛΟΪ ΜΑΣ ΞΑΘΡΩΠΙΖΟΥΝΤΕ ΣΤΗΝ  ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΧΟΝΤΡΟΦΛΟΥΔΩΝ ΑΘΡΩΠΩΝΕ!  ΚΙ ΑΜΑ ΓΛΥΤΡΩΣΑΜΕ ΑΠ’ ΤΟ ΣΦΥΡΙ ΚΑΙ ΠΕΣΑΜΕ ΣΤ’ ΑΜΟΝΙ!    ΚΙ ΟΠΟΥ ΚΑΚΟΥ ΣΟΥ ΘΕΛΕΙ!

ΖΩ… ΚΙ ΑΝΤΙΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΝΑ ΡΙΧΝΩ ΠΕΤΡΙΕΣ… ΠΑΩ ΤΟΥ ΔΙΑΟΛΟΥ ΒΑΓΙΑ!

Συνδυασμός "Γάλα και πάλε Γάλα" - Ρετσέτα 5η και τελευταία!

Το ξέρετε ούλοι. Δεν εβγήκα. Κι έκαμε τα πάντα για να το πιτύχω. Έλουσα με γάλα ούλονε τον γκόσμο. Η σιόρα Κάτε και η σιόρα Βιτώρια τα δώκανε ούλα. Το τι εφάανε για να είναι νόστιμο το γάλα! Ασβελαχτούς, στουβιές, τσουκνίδες, ραδίκια, πουράτζινα, σκόρδα, μάπες και άλλα πολλά. Ακόμα και κουμ-κουάτ μου εστείλανε από τσου Κορφούς. Ως και τσάι τσου έφερνα από την Αγια-Δυνατή.

Αλλά «βωρέ Μεμά», μου φώναξε εψές, η σιόρα Κάτε, «το ξέρεις ότι δε βγήκες κι αντίς να σκας,  από τη στενοχώρια σου, έχεις χεστεί στα κεράσια και στα βούσκα;» Κι απάνου οπού επήαινα να τση αποκριθώ, επετάχτηκε η σιόρα Βιτώρια: «Μωρή, κουρλή, μωρή ζουρλή, μωρή δαιμονισμένη, δεν εκατάλαβες τσίποτσι; Ο αφέντης μας, δεν είπαμε ότι ούλα θα τα κάμει για να βγει τελευταίος ωσά να έβγαινε πρώτος;» Η σιόρα Κάτε εκωλοτανύστηκε, έβγαλε νια μπελαξιά κι εβγήκε όξου, να βοσκήσει χορτάρι και βελανίδια οπού τση είχα φέρει από  τσου Άη Φανέντες. Η σιόρα Βιτώρια, εσυνέχισε τσι παρόλες τση: «Ωρέ, αφέντη, είγδες το τι εγένηκε; Ούλοι επήανε με ούλους. Μου εθυμίσανε τα μπουρμπουρέλια οπού εφάαμε μπριχού τσι εκλοές». Τση απάντησα, περήφανος για ευκειές τσι ανάλυσες τση όμορφης Βιτώριας: «Εξεφτυλίστηκανε ούλοι, σιόρα μου, αλλά το καλό είναι ότι κάποιοι οπού το επαίζανε αρχηγοί, εμαυριστήκανε. Επήανε τσου αγρούς να μάσουνε μέντα για να έχουνε για τα γεράματά τσου». Και εκεί οπού ελέαμε ούλα ευκειά τα σοφά, ακούσαμε μια πνιχτή σκουξιά, λες και επέρναε το τρένο τση γραμμής Σάμη-Βλαχάτα. Εβγήκαμε και οι δυο στο κατώφλι και τι να ειδούμε: τη σιόρα Κάτε να τσερλίζεται και να μην μπορεί να κάτσει ορτή. Έτρεξα και τση έφκιασα τσάι με καφέ, εσυνήρθε και μου είπε με παράπονο: «Επειδής δεν εκατάλαβα, Μεμά μου, τον αγώνα που έδωκες, το περνάρι με εκδικήθηκε!». Τση είπα, να μη σκοτίζεται, η σιόρα Βιτώρια  τση είπε πόσο έξυπνη είναι κι εκείνη, κι η σιόρα Κάτε μου με ησυχία, άφησε μία βουτύρου, καλό προάγγελο για τσι βερβελήθρες οπού θα έκανε την άλλη μέρα, κροπιά για τσι ντομάτες και  τα βλήτρα μου. «Είδες, σιόρα Κάτε μου», τση είπα «πόσο χρειαζούμενη είσαι;»

Ήρτε η άλλη μέρα συλίντρεχη, εσάρωσα τσι βερβελήθρες-λίπασμα για το μποστάνι μου, έπλυνα τη μουσούδα μου, έπια και τη μέντα μου, ανακατεμένη με γλυκάνισο και αρμπαρόζα, επήρα τσι δυο σιόρες και ανέβηκα απά στο χαλέπεδο του Τραγάκη του Τσίμπιδου. Προηγουμένως εσυνάντησα και τον γνωστό αλαφρομακρυχέρη οπού κάθε χρόνο μου ξαφρίζει κι από ένα κατσίκι. «Άστονε», μου είχαν πει οι σιόρες μου. Τόνε είγδαμε, είναι ο Πριπέτσος ο Ποντικοπουνέντες, τι να τονε κάμεις! Γραφικός είναι. Να νομίζει πως δεν τονε ξέρουμε, ενώ ούλοι τον εξέρουμε, ευκειόνε και τσου κολέηδές του». Α, πού είμαστε, ναι….

Κι εκεί που τον είχα ξεχάσει, νάσου τόνε σα φάντε μπαστούνι. Το πλάσμα εκειό. Το τέρας. Τόμου ξαναδιαβάσετε την 1η ρετσέτα μου θα τον εθυμηθείτε. «Ωρέ, μαγαρισμένε», μου ελάλησε ευκειός που είχε ένα κεφάλι σα γκολοκύθα, με δυο χαυλιόδοντες οπού εβγαίνανε από τον γκαταπιώνα του, ο ένας ήτανε μαύρος, «ωρέ, δεούτελε!». Επήε να μ’ έβρει φαστίδιο, αλλά εθυμήθηκα πως τονε περίμενα. «Μπράβο, ωρέ, Μεμά, έκαμες ό,τι είπαμε. Επάλαιψες με νύχια και με δόντια, οι γίδες σου το ίδιο, εμεράζατε αρωματισμένο γάλα και δεν εβγήκες ακριβώς ωσά να έβγαινες πρώτος». «Σπολάτη σου, αρχηγέ», του αποκρέθηκα, «είμαι περήφανος». Κάτι επήε να πει η σιόρα Κάτε, αλλά επετάχτηκε με έναν κλώτσο η σιόρα Βιτώρια και τση εβούλωσε το στόμα με ένα μάτσο χορτάρι.

«Δε μου λες», εμίλησε ευκειός με την γκολοκύθα, «είγδες το τι εγένηκε με τσι εκλοές; Εκλοές ήταν ευτούνες, ή μπουρμπουρέλια οπού δεν ήξερες ποιος ήταν με ποιόνε; Ο Δενέχης επήε με τον Καλαπιάνη ενώ πριχού ήτανε με τον Εχωφάη παρόλο που έλεε οπώς θα πάει με τον Εχωδίκιο. Ο κομματάρχης ο Λαοσώστης έκοψε μψήφους από τον Θασασώστη για να τσου δώξει στον Θασαζώση τον Μπεσμέσα οπού εκειός με τη σειρά του έδωσε μψήφους στον Βουβοστόμη τον Πολυλόγη. Και ο άλλος, ο Πολυσυμβούλης  οπού ελυπήθηκε που επούλησε τον Δενξέρη τον Θασασδώκη, επήε με τον Γλειφοσαλιάρη τον Δεμπόρη, οπού πριν ήτανε κολλητοί, αλλά τώρα ανανοήηκε πως εκειός που τον έσωζε τώρα θα σώσει τον άλλονε τον Καθικώλη τον Δωκηδουλειά».   Και εκεί οπού επήα να πω κι εγώ κατιτίς, έφυγε το πλάσμα, με νια αστραπή, οι σιόρες μου εμπελάξανε, από τη ντρομάρα μου έφυε ένας ανεμορούφουλας δυνατός οπού εσήκωσε και κουρνιαχτό, βεραμέντες.

Ροβολώντας με τσι σιόρες μου, επεράσαμε μέσα από τα αρκαία, από τα κάστρα και από τσου ναούς, από τσι κρήνες και από τα λουτρά. Μου σμπαραλιάζανε το μυαλό με τσι ερωτήσεις τσου: «Και τι είναι τούτο, και τι είναι κείνο, και γιατί, και γιατί, και γιατί, αφού θα είχαμε κόσμο και θα επουλούσαμε και γάλα», -άτιμες σκέφτηκα, για το νιτερέσο σας εσείς-, αλλά εγώ επήρα νια στενοχώρια! Μα νια στενοχώρια! Εσυφωνούσαμε, δηλαδής, αλλά ένας κόμπος έκατσε στον γκαταπιώνα μου, οπού δεν ημπόρια να τσάξω. Τα έβλεπα ούλα ευκειά και τι να σας πω, βωρέ δεμψηφοφόροι μου, ελυπήθηκα για ευκειά, ελυπήθηκα για εσάς, ελυπήθηκα για εμέ….

Αλλά, γεια σας ωρές, γεια σας και γεια σας κι ερπίζω να μην το μεταγνώσετε, οπού θα το μεταγνώσετε κακομοίρηδές μου, αλλά και που θα το μεταγνώσετε πάλε τα ίδια θα κάμετε. Αλλά κι εγώ τσι άλλες εκλοές «ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΕ ΓΑΛΑ». Για να μην …γκσαναβγώ!...


ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ

Ο Μπρατσέτος εσυνάντησε τον Κοντραστάρο!

Ελησμόνησα να σας πω και μια έβδομη ιστορία. 

Το λοιπό, μπονόρα μπονόρα, εψές, η σιόρα Κάτε μου, εμπέλαζε παράξενα. Επήα κοντά τση και μου είπε: "Μωρέ βουρλισμένε Μεμά μου, ό,τι και να κάμεις μόνος σου, δεν πρόκετα να κάμεις τσίποτσις. Μαζί με άλλους, βεραμέντες, πρέπει να συνασπιστείς, για να μη βγείτε πουλιό σίγουρα και οι δύο σας. Και τώρα που σου μιλώ, ξέρεις τι αποθύμησα; Σινάπι. Για να κάμω και πολύ γάλα, να το μοιράσεις σ' ευκειούς τσου σαφρακιασμένους". 


Ωρέ, τι έπαθα, τότενες τόμου το άκουσα. Σα να έχει δίκιο, είπα, η σιόρα Κάτε. Εχτύπαα το κεφάλι μου ώρες για να σκεφτώ κάτι τις. Όταν κατά το μεσημεράκι, επήρα τη σιέστα μου, είδα ένα όνειρο μουρλό και θα σας το διηγηθώ, που έλε και ο κόντε Διονυσάκης. 


"Ήμανε λέει απά στη Γρούσπα, μαζί με κάτι άλλους και εκουβεντιάζαμε για τσι εκλοές. Εβουρλιζόμαστε, τι να κάμουμε για να μη βγούμε. Κι ένας, σπουδαίος ρήτορας που είχε, λέει και πείρα από άλλες εκλοές, ασκώθηκε κι έβγαλε ένα λόγο πολύ σπουδαίο. Δεν τονε θυμάμαι όμως. Και το ονομά του ήτανε γνωστό, αλλά δεν το θυμόμουνα στον ύπνο μου. Ούτε ευκειόνε ούτε το κόμμα του. Θυμάμαι πως εχειροκροτάαμε ούλοι ωσά κουρλοί. Ήτανε εκεί και άλλοι λέει, οπού κάποτες είχανε μια παρέα στο Αρουπάκι και εγράφανε τσι παρόλες τσου. Κι εκεί οπού επαλαμακίζαμε ούλοι σίγουροι για την ήττα μας, ένα κοπάδι από γίδια εκατέβαινε συλίντρεχο από το Ρούδι. Ανάν!, σκούξαμε ούλοι, θα μας πατήσουνε και δε θα πανηγυρίσουμε. 

Κι εκεί οπού το μάτι ενός τράγου αρχηγού με ετήραε άγρια... εξύπνησα ζυφτάρι στον ίδρωτα! Κι αμέσως εφώναξα, τόσο που ελάμπαξε η σιόρα Βιτώρια. 

Αμάν, είπα: "Ο ΚΟΝΤΡΑΣΤΑΡΟΣ με το κόμμα του, ήτανε εκεί στη Γρούσπα. Με τους ψηφοφόρους του ΚΑΚΟΧΡΟΝΑΧΕΙ". Ο ΚΟΝΤΡΑΣΤΑΡΟΣ ήταν ο ρήτορας. Ωρέ, θάμα!

ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ 

Συνδυασμός «Γάλα και πάλε Γάλα» - Ρετσέτα 2η

ΙΣΤΟΡΙΑ 1η

Τόμου, οπού λέτε, επήα να αρμέξω τσι γίδες μου, εκειές εγελάανε σπαραξικάρδια. «Κόντε Μεμά μου», μου είπε η σιόρα Κάτε, «θα σου δώσω γάλα για τσι εκλογές». «Πάρα πολύ», επετάχτηκε η σιόρα Βιτώρια. «Θέλουμε άμα βγεις, να μας δώσεις δυο θέσες στη Δημαρχία».  «Εμέ», επετάχτηκε η Κάτε, να με βάλεις  να θυλικώνω τα ραβασάκια που θα σου φέρνουνε, να τα ποστιάζω, κι αμά να τα ρίχνω στον απόπατο». «ΚΙ εμέ θα με κάμεις τηλεφωνήτρια στο ιδιαίτερο γραφείο σου, να μπελάζω όσους παίρνουνε για ρουσφέτια. Και θα τσου τάζω θέσες. Ο ένας θα είναι διευθυντής του σταύλου του, ο άλλος αρχικηπουρός του μποστανιού του. Και θα τσου κόβουμε και επιδόματα». Πετάχτηκε η σιόρα Βιτώρια: «επίδομα σκουληκιασμένης ντομάτας, επίδομα ορτοκούτσουλου αγγουριού, επίδομα γκαστρωμένης κολοκύαθας, επίδομα βλογιοκομμένου άνιθου, επίδομα αδύναμης βερβελήθρας». «Να, σα τσι δικές μας», μπέλαξε η σιόρα Κάτε. Κι εμείς θα παίρνουμε το επίδομά μας». «Άτιμες», τσου εφώναξα, «εμπήκατε στο κόρπο, δελέγκου, δελέγκου». Εγελάσανε, αφήνοντας δυο κομπολογάτα περδέματα...

ΙΣΤΟΡΙΑ 2η

Εψές το βραδάκι, το λοιπό, επήα στην αυλή τση σιόρας Μπεμπέτας. Με ένα σίκλο γάλα. Το τι μου εφώναξε δεν ημπορώ να σας το μολοήσω. Δε θα σα πω πως με είπε ανεπρόκοπο που έχω δυο γίδες και γυρίζω τα χωράφια, αρχιμαφιόζο που θέλω να κατέβω τσι εκλογές για να πάρω ψήφους από τσου παλιούς που κατεβαίνουνε και είναι πετυχεσμένοι (έτσι μου είπε, το έχω γραμμένο και στο μαγνητόφωνο). Και άμα την αρώτησα γιατί, δε θέλει το γάλα; Μου είπε: «Ωρέ φαρμασόνε, τι να το κάμω το γάλα; Να το ρυπήσω στο καντούνι μου; Σανό, θέλω ωρέ, σανό και πάλε σανό. Όχι γάλα και πάλε γάλα». Και άμα την αρώτησα, αν έχει σανό, μπαρντόν, γίδες, μου αποκρίθηκε: «όχι, ωρέ, δεν έχω γίδες. Εκειός ο σανός οπού μου φέρνουνε δεν είναι συνηθισμένος.  Είναι από χέρια. Και είναι νόστιμος. Έχεις φάει ωρέ, σανό σοφιγάδο; Αμέ ψητόνε; Και μη σου πω στο φούρνο με κρομμυδάκια και αέρα κοπανιστό από την Αγιά Δυνατή που λένε, πως υπάρχουνε γίδες με χρυσά δόντια».  Επήα να γελάσω και ναι, η σιόρα Μπεμπέτα μου έδωσε ένανε γκατακέφαλο, οπού είγδα τον ουρανό σφοντύλι. «Αρχιτεμπέλαρε Μεμά, χάσου από τα μάτια μου να μη σε ξαναγδώ». Έφυγα κι εγώ ο φουκαράς, αλλά εκέρδεσα κάτι. Το όνομα του συνδυασμού μου. Καλά πάμε, ως εδώ. Ερπίζω, να πιτύχω το στόχο μου. Μεγάλη θάναι  τότενες η πετυχεσιά.

ΙΣΤΟΡΙΑ 3η

Μπονόρα, μπονόρα, άφησα ένα σίκλο γάλα, στο κατώφλι του γέρο  Φώντα του Ρέγουλου. Είχα κι ένα ραβασάκι απάνου. «Για να με ψηφίσεις», έγραφε. Να του κάμω και έκπληξη. Το μεσημεράκι έλαβα ένα δέμα, από τον γέρο Ρέγουλο. Τι είχε μέσα; Ένα καράβι από ξύλο. Κι ένα σημείωμα, που έλεε: «Ανίκανοι, είστε ούλοι σας. Σουρταφερτάκηδες. Προσκυνημένοι. Άλαλοι και αμόρφωτοι. Τι θέλετε, ωρέ και κατεβαίνετε τσι εκλοές; Δεν ημπορείτε να βοχθήστε τον τόπο με τη δυναμή σας και κολλάτε σε άλλους; Και τσου λιβανίζετε; Όσο για εσένανε, Μεμά μου, που σε συμπαθάω κιόλας, κάτσε καλύτερα με τσι γίδες σου. Τι θέλεις με ευκειούς;  Αντέχεις ωρέ, Μεμά μου, να είναι τα ψηφοδέρτιά σου στην ίδια κάρπη; Να κολλήσουνε και κανιά γρίππη; Δε θα σε ψηφίσω. Ερύπησα και το γάλα σου στο σταύλο μου. Να θρέψει ο σανός που μου εφέρανε προψές». Έμεινα! Αλλά, τέλεια, είπα, πιο τέλεια δε γένεται. Εκίνησα για το κονάκι μου σαρταίνοντας με τον τρόπο τση τσιγκολελέτας.

ΙΣΤΟΡΙΑ 4η

Το μεσημεράκι σήμερις, επήα και πέντε σίκλους σ’εκειούς οπού εβγάνανε τα χορτάρια.   Και οι πέντε με εδιώξανε κακήν κακώς. «Χάσου από εμπροστά μας», μου εφωνάξανε, λες και ήντουνε συνεννοημένοι. «Γιατί ωρέ, μας κογιονάρεις; Εκόψαμε τα χορτάρια, τα εκάμαμε σανό και τον εδίνουμε σε όσους έχουνε χρεία». Είπα, έτσι το επήρανε, για κογιονάρισμα. Κι έφυγα. Από πίσω μου, ποτάμι εκύλαε το γάλα. Κάτι σκύλοι το εγλείφανε και με ετηράανε σα να μου ελέανε: «Σ’ ευχαριστούμε. Εμείς θα σε ψηφίσουμε». Όχι,όχι έσκουξα, δε θέλω να βγω. Τρομάξανε και με πήρανε στο κυνηγητό. Κι εγώ ανέβασα τα ποδάρια μου στους ώμους μου.

ΙΣΤΟΡΙΑ 5η

Καθισμένος απά σε μια πέτρα ετήραα τσι γίδες μου οπού εβόσκανε. Με βουλημία. Για να με ευχαριστήσουνε. Ήμανε χαρούμενος. Θα μεράσω σε ούλους γάλα. Η αποστολή μου επήαινε με επιτυχία. Δε θα  με ψηφίσουνε. Κι εγώ το θέλω. Και τσι λίγες μέρες οπού εμείνανε θα κάμω τα πάντα. Θα σκιστώ. Ακριβώς όπως εκείνοι που σκίζουνται για να βγούνε.  Με την ίδια ζέση. Σανό εκείνοι, γάλα εγώ. Μακάρι  ο κόσμος να ήταν φτιαγμένος ανάποδα. Κι ούλοι να εργάζονταν σα για να έβγουνε πρώτοι, ώστε να τερματίσουνε …τελευταίοι. Νικητής να είναι ο χαμένος. Αλλά πού!

ΙΣΤΟΡΙΑ 6η

Απόψε εμαγέρεψα ένα φαϊ που μ’αρέσει. Και είχα μπροστά μου ούλα τα ψηφοδέρτια των συνδυασμώνε.   Ο ένας έφυε από κεί κι επήε εδώ. Ο άλλος  ματαήρτε. Κι ο τρίτος ξανάφυε για να ξανάρτει. Ορεξάτος. Με ιδέες.  Κανένας δεν πήε ίφου. Ούλοι εδώ. Ε, πού και πού υπέρχει και κάνας καλός. Μα εξεχώριζε ο έρμος σαν τη μύγα στο γάλα. Ε; όχι και το εδικό μου! Α, ούλα κι ούλα! Εγώ, βγάζω τσι μύγες από το γάλα, άμα το δίνω!


Το λοιπό, τα ετήραα. Τα ψηφοδέρτια.  Ανάκατα, ούλα. Και αμά έφαα.  Μπουρμπουρέλια…

ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ

Εκλογές 2014-Συνδυασμός - ακόμα χωρίς όνομα - ΡΕΤΣΕΤΑ 1η.

Η αφεντιά μου ο Μεμάς ο Μπρατσέτος, εψές οπού αριβάρισα για να φέρω τσι γίδες μου, οπού εβόσκανε στο χαλέπεδο του Τραγάκη του Τσίμπιδου, εκούντρισα απά σε ένα πατερό οπού ‘χε μείνει έρμο από τσους σεισμούς του 53 και είδα τον ουρανό σφοντύλι.  Σα να μου ήρτε κατακέφαλα ούλος ο λόφος των Άη Φανέντωνε, εφώτισε ούλος ο τόπος και παρουσιάστηκε ομπρός μου μια σκιά που σιγά σιγά εγένηκε άθρωπος. Τι άθρωπος, τέρας ήτανε. Μα τη Μπαναγία, σας λέω, ελάμπαξα, το κοτσίδι μου επετάχτηκε τ’αψήλου και οι δυο γίδες μου εμπελάζανε ωσάν εκειό το δαιμονικό οπού είχε βγει πρόπερσι πέρα στη Λάκκα  και εκυνήγαε το νόνο μου τον Ασημάκη τον Λέπουρα.

«Ωρέ, μαγαρισμένε», μου ελάλησε ευκειός που είχε ένα κεφάλι σα γκολοκύθα, με δυο χαυλιόδοντες οπού εβγαίνανε από τον γκαταπιώνα του, ο ένας ήτανε μαύρος, «ωρέ, δεούτελε!»

Χεσμένος από το φόβο μου, εσουρούπωνε κιόλας, τόρμησα να τσάξω: «Τι θέλετε, κύριε;»

«Βγάλε το σκασμό ωρέ δεούτελε, άφησε στην άκρη τσι τσιριμόνιες και τσι τζετζιλιτές και άκουμε»:

Επήρα θάρρος και του απάντησα: «Σας ακούω».

«Ωρέ, κουγιάμπαλο θα με αφήκεις να σου πω»;

«Θα σε αφήκω», του αποκρίθηκα.

Εσάρτισε ωσά γκατσίκι από το αόρατο κοπάδι του Κλεφτοκοτάρνα,  αφριές εβγαίνανε από τα ρουθούνια του, τον έπιασε το γλυκύ του, λογάτε και μου είπε: «Έρκουνται οι εκλογές, τι θα ψηφίσεις;»

Εκούνησα το κεφάλι μου, έξυσα και το καρούμπαλο οπού είχε πεταχτεί από την γκουντριά και είπα: «Σκεφτόμουνα να ψηφίσω εκειόνε με τα ανοιχτά μπουγιανάρια, αλλά ύστερις το μετάνιωσα και είπα να ψηφίσω τον άλλονε με τσι σβιλάδες, αλλά σήμερις το αποφάσισα: δε θα ψηφίσω κανένα τσου».

«Μπράβο σου, Μεμά», αποκρίθηκε το τέρας κι εγώ πήρα απάνου μου.  «Και τι θα κάμεις ωρέ, κερατά;», έσκουξε αναψοκοκκινισμένο το τέρας κι εγώ εξαναχέστηκα από το φόβο μου.

«Τι να κάμω», έτσαξα.

«Θα κατεβείς εσύ, τσι εκλογές»!

«Τι»; , μου εξέφυγε. «Εγώ, που δεν έχω μιλήσει ποτέ μου με άθρωπο και δεν έχω και σανό να δώσω ούτε φαϊ να μεράζω ούτε και να  χαρίζω διάφορα πράματα; Ωρέ, άρκοντές μου, εκείνη η κουντριά ήτανε  χάδι, έλαβα τώρα, μια άλλη κουντριά μέσα στο μυαλό μου, επήα να κουρλαθώ. Αφού με εκαταλάβανε και οι γίδες μου κι ήρτανε κοντά μου και με εγλείφανε. Εκειός τσι εχάιδευε κι εκειές, Άη Γεράσιμέ μου, εχαμογελούσανε,πρώτη φορά».

«Εφκειό που άκουσες ωρέ, μη σε πω, όπως εσύ θέλεις και ξέρεις πως είσαι. Θα κατεβείς και δε θα βγεις, αλλά θα κάνεις σα να έχεις βγεί και οι άλλοι θα το πιστέψουνε ότι θα βγεις, αλλά δε θα σε ψηφίσουνε. Θα φηφίσουνε άλλους με τη στάμπα και τσους τεμενάδες».

«Και  τότενες, αφεντικό, γιατί να βγω; Χωρίς σανό και άλλα διάφορα;  Δε σε κατάλαβα, αλλά δε με γνοιάζει. Ρεζίλι θα γένω. Θα με κάμεις να ανεβώ  απά στη βάρκα μου, να ανοιχτώ στο πέλαο και δεν ξέρω κι εγώ πού θα θα πάω. Τσου πέντε ανέμους. Ίφου. Κι άμα δε με πνίξει κανένας ανεμορούφουλας, θα εγυρίσω οπίσω το χρόνο, θα ξαναπάω στην Αμερική και θα ματαξανάρτω με δολάρια, να μοιράσω στον κόσμο. Και τότενες, θα κατεβώ  τσι εκλογές. Και θα βγω. Δήμαρχος θα γενώ. Θα φκιάσω τη Νέα Κεφαλονιά. Αλλά μπριχού γενεί ευκειό, θα φκιάσω τη νέα Σάμη. Με τσου πύργου τση και τα αρκαία τση. Και το Ρακόσπιτο θα το φκιάσω πάλε λουτρά. Με ρωμαϊκές στολές. Όποιος θάρκεται θα βγάνει τη λέρα του κι αμά θα ντύνεται Ρωμαίος, θα πασαλείβεται με αρώματα τση Ανατολής. Οδαλίσκες θα χορεύουνε απά τσι φλόγες και αοιδοί με αυλούς θα τραγουδάνε τα πάθη εκειού του Σαμικού που επόρθησε την Τροία».

Κι εκεί που εμίλια και το κεφάλι μου εκοίταε πέρα στα βουνά, ετρύπαε τα βουνά κι έσκιζε τσου ορίζοντες, απά στο καρούμπαλό μου έπεσε μια κοτσιλιά ενός κότσυφα, οπού επέτουνε κακαρίζοντας.

Το τέρας, εσάρτισε, όχι τώρα επειδή είχε μπει μέσα του ο διάουλος, αλλά από  το θέαμα τση θεσπέσιας κοτσιλιάς. « Μπράβο μάγκα μου, έτσι σε θέλω, κουρλό κι αλαφροίσκιωτο, φαφλατά και ουτοπία. Με όραμα. Με ιστορία. Πλάσε ιστορίες, κάνε τσου ρεντίκολο και αμά πήαινε όπου θέλεις. Αυτά, το λοιπό και αμαρτίαν ουκ έχω και θα ματαξανάρτω να δω τι έκαμες». Είπε το τέρας κι με ένα σούρσιμο εξαφανίστηκε, ακριβώς όπως ήρτε.

Επήρα τσι γίδες μου και εκατηφόρισα. Διάουλε, εμπήκα σε σκέψες. Τι να κάμω δεν ξέρω. Κατηφορίζοντας στο μονοπάτι, εξανακούντρισα απά στο πατερό και το αποφάσισα. Θα βγω τσι εκλογές. Τόμου θα πάω στο κονάκι μου, θα βγάλω και όνομα, θα βγάλω και άλλες ρετσέτες. Ομπρός, λοιπό, θα κατεβώ, τσι εκλογές με ζήλο και με φούρια και θα βάλω τα δυνατά μου για να μην έβγω. Για να ευχαριστήσω και το τέρας. Οι γίδες μου, η Σιόρα Κάτε και η Σιόρα Βιτώρια έβλεπα, τώρα, μου χαμογελούσαν, με σημασία.  Θα τσι εβύζαινα σε λίγο. Μια σκέψη χαράχτηκε στο εκλογικό μου μυαλό. Σανό οι άλλοι; Γάλα εγώ. Εφώναξα και τα βουνά το πήρανε κι οι κάμποι αχολογήσανε. «ΣΑΝΟΟΟΟΟ, οι άλλοι; ΓΑΑΑΑΛΑΑΑΑ, εγώ!»


ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ

Περί "εθελοντισμού"....

Εκλογές έρκουνται, βεραμέντες. 

Κι ούλοι τσου, παρασέρνουνε και άλλους καλόπιστους και σέρνουνται με τσι τσουγκράνες, τα τσαπιά και τα φκιάρια και μουντίζουνε τα μουράγια, σγαρλίζουνε τσι αυλές και ξεριζώνουνε τσι στουβιές και τσου ασβελαχτούς. 

Ο εθελοντισμός στην υπερεσία των εκλογώνε. Αμέ; 

Κι εγώ εκουρλάθηκα τόμου είδα ευκειές τσι φωτογραφίες. 

Σκέφτουμαι να σκάψω ένα χαλέπεδο οπού έχω απά στα Διχάλια και να φυτέψω κάβολε, πουράτζινα το χειμώνα, κομεντοριές και μωρόπουλα για το καλοκαίρι και ό,τι βγάνει να το μεράζω σ'εκειούς που δεν έχουνε. 

Και αρωτάω: άμα καλέσω ευκειούς τσου εθελοντάδες και εκειούς που τσου εμαζέψανε, θα ρτούνε; να σκάψουνε, να φυτέψουνε, να μαζέψουνε και να μεράσουνε. "Άμα τσου δεις, να μου τελεγραφήσεις", μου είπε ο κολέας μου, ο Ντορέτος ο Γριτζάτζουλας. 


Το λοιπό, σιγά που θα πάω εγώ. 

Εγώ, δε θα τσου ψηφίσω ό,τι και α κάμουνε. 

Μόνε τσου λέω ετούτο: "Άμα, ωρές δεν προλάβετε να βγάλετε τσου ασβελαχτούς και τα σπάρτα στην αϊπάνουθε μεριά που δε φαίνεται από το δρόμο, σας προσκαλώ την άλλη μέρα από τσι εκλογές, να ρτείτε ούλοι να τσου βγάλουμε. Θα είμαι εκεί και θα σας περιμένω με μαλιγκουνία". 

Γιατί εγώ, από εκείνη τη μέρα θα είμαι εθελοντής. 

Εθελοντής και για άλλα πράματα. 

Για να φκιαχτεί ένα Μουσείο, για να περιφραχτούνε τα αρκαία και να καλέσουμε δημοσιογράφους να μάθει ο κόσμος γιατί οι αρκόντοι αδιαφορούνε και "ωρές; το εξεχάσετε ωρές; να καθαρίσουμε και να βάψουμε εκειό το χτίριο των προσκόπωνε...!" 


Την άλλη μέρα, το λοιπό, από τσι εκλογές, λεβέντες, σας περιμένω με τα εργαλεία σας να ρτείτε. Στο Γεροκομείο. Με μαλιγκουνία και ατζάρδο. Και μετά να πάμε και αλλού. Χαιρετώ, σας. 
Εγώ, ο …μετεκλογικός εθελοντής. 

Σας το ματαλέω: Ελάτε, μετά τσι εκλογές. Να πανηγυρίσουμε και για τσου χαμένους και για τσου νικητάδες. Να πιούμε και μέντα και ρομπόλα. 


Γιατί ο αληθινός εθελοντισμός δεν κατέχει από τέτοια.

ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ

Ο καπετάν Στραπάτσος!

Ανακοίνωση-Ανακοίνωση!!!!!

Νέα απευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση Σάμης με Πάτρα!!

Νέα ιδιωτική καινοτόμος πρωτοβουλία με στόχο την έξοδο από την μεταφορική κρίση!!

Δρομολόγια με ιστιοφόρο σκάφος. Άνετο ταξίδι, οικολογικό, ασφαλές, οικονομικό, με διανυκτέρευση εις Οξιά, πλησίον παλατίου Εμίρη. Σερβίρεται ΔΩΡΕΑΝ βραδυνό γεύμα επί του σκάφους με θέα το εργοτάξιο του παλατιού!!!

ALL INCLUSIVE δηλαδή!!

Πληροφορίες: Τουριστικό γραφείο "Ο Καπετάν Στραπάτσος"



Δικέλης Βλιχός - Περί του ονόματός μου παναπεί!...

Εννοιολογική και επεξηγηματική συνέχεια από την Παραγγολή!


Ο Κάπο Ντ’ Ίστρια λάκισε κι ο Μνήμων Κράτης ήρτε,
φωτιά μέσ’ στα μπατζάκια μας ήρτανε άλλοι αγύρτες.

Σε μια μεσούλα βδομαδός θε να κρεμάω στίχους
πότε δειλούς πότε σκληρούς σε στύλους εφταπήχους.

Για να τσου γλέπεις, φίλε μου, να ευφραίνεται η καρδιά σου
το πώς σου λένε χλιβερά πως χάνεται η σοδειά σου!

Μα να σου πω για τ’ όνομα που διάλεξα εντέλει,
την άδεια πήρα του ποιητή, του Άβλιχου Μικέλη…

Στεκόταν στο κονάκι του με τα εφτά γατιά του
μ’ ένα βιβλίο λαδερό, άστραφτε η ματιά του.

«Πρόσεξε, ωρέ», μού μίλησε σηκώνοντας το χέρι
«ρούπι μην κάνεις από κει!», φύσαε κι ένα αγέρι!

«Ό, τι κι αν γράψεις, μάτια μου, λάβε απ’ την τετράδα
την άγια τση Κεφαλονιάς λέξεις σα μια καντάδα».

«Και ποια ’ναι Μικελάκη μου;», τόρμησα να φωνάξω,
με βρήκε και φαστίδιο και πήα να πλαντάξω!

Βρόντηξε ο θιόρατος μεμιάς: «Τυπάλδος» μ’ άγρια όψη,
«σίδερο στίχοι, επικοί κι ας είχε άλλες απόψεις…

Μολφέτας ο Γεράσιμος με στίχους μεστωμένους,
αστείους κι ηχηρούς πολύ μ’ ίδρωτα ζυμωμένους!

Κι ο Μέγας Λασκαράτος μου, με ήμερη την όψη,
λέξεις πύρινες έβγανε σα μιας ρομφαίας κόψη!

Κι ο άλλος, είν’ ο μέγιστος …», «εσύ, σαι », του λαγκεύω
«όχι ωρέ μόμολο αστέ, ο Λαός και Τον πιστεύω!

Και μην κωλώσεις δηλαδής, Ζιζάνιο να γένεις,
τσου λαομπαίχτες τήραξε σε λέξεις να …κραδαίνεις!

Πιάσε δικέλλι και κασμά, ανάσκαψε κουλούμια
και ίσιωσέ τα μονομιάς μη βρέξει με τουλούμια »…

«Εύκολο τόχεις;», ψέλλισα και μου ’πε μ΄ ένα φιόρο:
«”τη Μούσα πιάσε από τ’ αυτί” μην και γενώ παπόρο!

Όσο για τ’ όνομα, που λες άλλαξε το Μικέλη,
τι σου’πα αποπάνουθε; να πιάσεις το δικέλλι!

Κι αν θες για το επίθετο κάμε το άλλα αντ’ άλλου,

το Άλφα αν θέλεις κόψε το σε … βλύχα ζείτε εξάλλου»…