Ένα blog στο Ρουπάκι - Ίσκιος επικοινωνίας!

Στον ηλεκτρονικό του ίσκιο δημιουργησαμε μαζί έναν ανοιχτό χώρο ενημέρωσης, σκέψης και προβληματισμού για την ζωή μας σε όλες της τις εκφάνσεις. Για πράγματα που αγαπάμε αλλά και που μας ενοχλούν.

Φιλόξενος τόπος για ενημέρωση, προβληματισμό και δραστηριοποίηση για τα τοπικά πράγματα αλλά και για θέματα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, ανοιχτός ακόμα και σε "θυμωμένες" απόψεις με ευπρέπεια και σεβασμό.

Στη δύσκολη συγκυρία θα προσπαθήσουμε να κάνουμε τον ίσκιο μας σημείο συνάντησης και επικοινωνίας για τους συμπολίτες μας και να προτείνουμε λύσεις και διεξόδους για τον τόπο μας που μοιάζει να μην μιλάει με τους ανθρώπους του.

Ξεκινώντας από απλά και μικρά που θα μας επιτρέψουν να ξαναγνωριστούμε και να μάθουμε να συζητάμε και να συνεργαζόμαστε, να λύνουμε προβλήματα.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο Αναγνώστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο Αναγνώστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δ. Τζανετάτος - Αγανάκτηση, Απελπισία, Αηδία!

Η Αγανάκτησή μου, η Απελπισία μου, η Αηδία μου απέναντι σε ένα κρατος που κατατρώει τους πολίτες του ΤΕΡΑΣΤΙΑ.

Ο λόγος που με κάνει έτσι να νιώθω είναι ο εξής:

Επέστρεψα στη γενέτειρά μου τη ΣΑΜΗ το 1988 και μετά από άδεια και υπόδειξη της θέσεως του ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΑΜΗΣ (τότε) έφτιαξα στέγαστρο με τέντα στην παραλία για την καφετέριά μου.

Οι εισφορές και οι υποχρεώσεις μου απέναντι στο Λ.Τ. ακέραιες κάθε χρόνο για 26 χρονια. Νόμιμος με άδειες ,κατόψεις, συνεργασία άψογη (στρώσιμο παραλίας με πέτρα, αναποθέτηση της τέντας, αλλαγή σε ξύλο της κατασκευής  καθ' υπόδειξη του Δήμου κ.α.).

ΑΙΦΝΗΣ

Από το 2011 όλα είναι παράνομα σύμφωνα με την Κτηματική.

ΠΡΟΣΤΙΜΟ σε μένα 10.500 Ευρώ. Φυσικά, το έλαβαν όλοι οι μαγαζάτορες της παραλίας, ανάλογα με τα μέτρα που καταλαμβάνουν.

ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΙΠΑΝ ΠΟΤΕ ΟΤΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥΣΑΜΕ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ.

ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΙΠΑΝ ΠΟΤΕ ΝΑ ΤΙΣ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΡΟΣΤΙΜΗΘΟΥΜΕ.

ΜΑΣ ΕΙΧΑΝ ΥΠΟΣΧΕΘΕΙ ΟΤΙ ΟΛΑ ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΘΑ ΛΥΘΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ.

ΚΑΤΗΓΟΡΩ το ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ως συνυπεύθυνο και ηθικό αυτουργό στο «έγκλημά μας» καθώς και για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος από τις εισφορές μας.

ΚΑΤΗΓΟΡΩ τον πρώην και νυν ΔΗΜΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ γιατί μέχρι τώρα δεν εχει εκπονήσει ή δεν έχει υλοποιήσει τις μελέτες για να διευθετηθεί το πρόβλημα.

ΚΑΤΗΓΟΡΩ το ΛΙΜΕΝΑΡΧΕΙΟ ως απλό θεατή του προβλήματος και ευκαιριακό εισπράκτορα προστίμων.

ΚΑΤΗΓΟΡΩ την ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ που από το πουθενά έγινε ο νεκροθάφτης μας και που μας προστίμησε με συμπάθεια.

ΤΕΛΟΣ το μεγάλο ΚΑΤΗΓΟΡΩ είναι προς όλους εμάς τους ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑΡΧΕΣ που τους αφήνουμε να μας οδηγούν ως πρόβατα εις τη σφαγην, ως Εβραίους στα σανατορια, χωρίς αντίδραση και μαχητικό αγώνα.

Το κατάντημα της ΣΑΜΗΣ, δεν ήταν αρκετό να μας ξυπνήσει για να οργανωθούμε, φαίνεται ότι τώρα που βάζουν και σε μας τους ιδιώτες χέρι μακρύ πάλι αδιαμαρτύρητα θα μας αφανίσουν .

ΟΙ ΣΑΜΙΚΟΙ ΤΡΑΒΟΥΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΥΣ «ΑΞΙΖΕΙ».

CAPTAIN JIMMY

Γ. Τζανετάτος - Η Σάμη που αντιστέκεται!...

Η ΣΑΜΗ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. ΜΡΟΣΤΑΡΗΣ Ο ΛΑΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΑΧΟΝΤΑΙ ΓΙΑΤΙ ΠΑΕΙ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΤΟΥΣ.

Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στις κυρίες του Συλλόγου Σάμης "ΑΙΓΙΑΛΟΣ" για τις μαχητικές πρωτοβουλίες τους στο θέμα στήριξης έμπρακτα του Σεβασμιότατου (sic) Ιερέα της ενορίας μας Παϊσίου και της ζωτικής ανάγκης επαναλειτουργίας της γραμμής Σάμη - Πάτρα. Μακάρι και η Δημοτική αρχή να ήταν τόσο δραστήρια. Μέσα στη λαίλαπα της οικονομικής καταστροφής, της παντελούς έλλεψης Δημοτικής ή κρατικής μέριμνας και τις τραγικές συνέπειες του μνημονίου η Σάμη ζει μια πνευματική αναγέννηση με την στοργική και ανιδιοτελή εργασία του πατέρα Παϊσίου. 

Είναι μεγάλη ντροπή ένας πνευματικός άνθρωπος που συμβάλει τα μέγιστα να κρατηθούμε με αξιοπρέπεια στα πόδια μας αυτούς τους δίσεκτους καιρούς, να βάλεται από τους κύκλους που θεωρούν τη Σάμη μας και την Κεφαλονιά τσιφλίκι τους. Οι κυρίες του Αιγιαλού μας έδειξαν ότι υπάρχει ελπίδα όταν ο λαός παίρνει τις πρωτοβουλίες στα χέρια τους απο τους ανίκανους και αυτούς που έχουν βάλει σκοπό να γκρεμίσουν ό,τι βοηθά με ψυχικό κόστος να κρατήσει τη Σάμη όρθια.
Κυρίες του Αιγιαλού και πατέρα Παΐσιε αποδεικνύετε με τις πράξεις σας ότι έχετε μέσα σας βαθιά ριζωμένο το αίσθημα μεταρρύθμησης και δικαίου ενάντια σε προσωπικά συμφέροντα που θέλουν το Σαμικό και ένα μεγάλο μέρος του Κεφαλονίτικου λαού έρμαιο των αποφάσεών του.

Η ΣΑΜΗ ΜΙΛΗΣΕ ΔΥΝΑΜΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΙΓΙΑΛΟΥ. ΕΙΜΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΣΑΝ ΣΑΜΙΚΟΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΕΣ. ΕΙΜΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΠΟΥ ΣΤΗ ΣΑΜΗ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΟΔΥΝΗ ΕΧΟΥΜΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΗΡΩΙΔΕΣ. ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ ΠΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΘΕΑΡΕΣΤΟ ΕΡΓΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΑΝΑΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ. ΕΝΑ ΜΕΤΑΡΥΘΜΙΣΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΠΟΥ ΠΑΛΕΥΗ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΟΠΟ. ΕΝΑΝ ΕΠΙΦΑΝΗ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΑΙ ΙΕΡΕΑ. 

ΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΠΑΙΣΙΕ. ΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΙ ΣΑΜΙΚΟΙ. ΣΕ ΑΓΑΠΑΜΕ. ΕΙΣΑΙ Ο ΗΛΙΑΣ ΖΕΡΒΟΣ ΜΑΣ. Ο ΙΩΔΗΦ ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Ο ΧΟΙΔΑΣ. ΜΗ ΛΥΓΙΣΕΙΣ ΑΔΕΡΦΕ. ΕΙΘΕ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΔΙΚΙΕΣ ΝΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΣΑΜΗΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΜΑΣ.

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΠΙΚΟΥΣ ΑΝΙΚΑΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗ ΠΟΥ ΟΛΕΣ ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΒΙΩΝΟΥΝ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ.

«ΜΟΧΘΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΑΣ ΘΥΣΙΑΣ ΥΠΟΣΤΑΣ ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΣΥΝΕΓΚΩ, ΑΝΤΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΜΟΝΟΝ ΤΑΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΥΛΛΕΞΑΣ, ΚΕΙΜΑΙ ΕΝΘΑΔΕ» (ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΖΕΡΒΟΥ)

Γιώργος Τζανετάτος
Κεφαλλην

ΗΠΑ

Άγιοι Φανέντες: διάσωση και ανάδειξη

Το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, σε συνάντηση που οργάνωσε το Μάρτιο στην Αθήνα, είχε παρουσιάσει τις προτάσεις του για τη διάσωση και ανάδειξη τριών σπουδαίων μνημείων της Κεφαλονιάς: του Καθολικού της Μονής Σισσίων, του αρχοντικού των Βαλλιάνων στις Κεραμιές και του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος στο Κάστρο.

Πρόσφατα εντάχθηκε στο πρόγραμμα της Εταιρείας και το Μοναστήρι των Αγίων Φανέντων στη Σάμη, που είναι το παλαιότερο Μοναστήρι της Κεφαλονιάς (χτισμένο πριν από τον 9ο αιώνα). Έπειτα από πρόταση του προέδρου του Συμβουλίου, ο εφοπλιστής κ. Θανάσης Μαρτίνος, γνωστός μεγάλος χορηγός κοινωφελών έργων, ανέλαβε τη χρηματοδότηση των μελετών αποκατάστασης του Καθολικού της Μονής (Ναός Αγίων Φανέντων) και του κοιμητηριακού Ναού της Μονής (Ναός Αγίου Νικολάου). Ο κ. Μαρτίνος δωρητής και του εντυπωσιακού ναού της Φανερωμένης στη Βουλιαγμένη, όπου είναι εφημέριος ο συμπατριώτης μας πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αντζουλάτος, ήταν παρών στην υποδοχή των λειψάνων των τριών αγίων Φανέντων στη Σάμη το 2009.



Από πλευράς της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού και μετά από έκθεση του αρχαιολόγου Κωνσταντίνου Κουτσαδέλλη, εκδόθηκε Πρόσκληση ενδιαφέροντος για την εκπόνηση των μελετών αποκατάστασης των δύο ναών.

Ρουπάκι: Παραθέτουμε κάποιες πληροφορίες για το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς.

Το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς (http://ellet.gr/content/sak) υπάγεται στην Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (http://www.ellet.gr/). Η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς αποτελεί έναν από τους κύριους στόχους της Ελληνικής Εταιρείας. Με αναστηλωτικές επεμβάσεις, μεταξύ άλλων, στη Νέα Μονή Χίου, στον Όσιο Λουκά Βοιωτίας και στο καθολικό της Μονής Σωτήρος στον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, καθώς και με κινητοποιήσεις για την προστασία παραδοσιακών οικιστικών συνόλων, όπως η Πλάκα και η Ύδρα, έχει πετύχει την διάσωση και ανάδειξη πλήθους μνημείων.

Το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς (ΣΑΚ) ιδρύθηκε το 1995 και δραστηριοποιείται στους εξής τομείς:
  1. Πρότυπη αναστήλωση και ανάδειξη μνημείων που κινδυνεύουν όπως το  Καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στην Βενετία.
  2. Μελέτες αποκαταστάσεως μνημείων, όπως η Αγία Σοφία-Οδηγήτρια στην Μονεμβασία, ο Άγιος Τίτος στην Γόρτυνα Κρήτης, ο Άγιος Νικόλαος στον Οξύλιθο Ευβοίας και το Κάστρο Λεονταρίου.
  3. Δράσεις για την διάσωση μνημείων. Το ΣΑΚ έχει αναλάβει πρωτοβουλίες για την διάσωση μνημείων σε όλη την Ελλάδα.  
  4. Προγράμματα καταγραφής. Στο πλαίσιο της προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και της ευαισθητοποίησης του κοινού, το ΣΑΚ σχεδίασε και χρηματοδοτεί τα προγράμματα καταγραφής «Το Μοντέρνο Κίνημα της Αθήνας» και «Μνημεία υπό Απειλή» (www.mua.gr ).
  5. Παρεμβάσεις για την σωτηρία των παραδοσιακών οικισμών, όπως η Ύδρα, για την προστασία της οποίας το ΣΑΚ έχει προσφύγει επανειλημμένως στο Συμβούλιο της Επικρατείας. 
  6. Υποτροφίες.  Το ΣΑΚ έχει χορηγήσει πλήθος υποτροφιών σε αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του York της Μεγάλης Βρετανίας στο αντικείμενο της συντήρησης και αποκατάστασης μνημείων. 
  7. Εκδόσεις βιβλίων και ενημερωτικών εντύπων με κύριους στόχους την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα πολιτισμού όπως οι τόμοι «Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική», «Περιβάλλον και Πολιτισμός» και  «Αθηναϊκές Κατοικίες του Μοντέρνου Κινήματος».
  8. Europa Nostra. Η Ελληνική Εταιρεία αντιπροσωπεύει την Europa Nostra στην Ελλάδα, μίας ΜΚΟ πανευρωπαϊκής εμβέλειας η οποία με ένα εκτεταμένο δίκτυο επαγγελματιών και εθελοντών εργάζεται με προσήλωση για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης.

Πρόεδρος του ΣΑΚ είναι ο Παύλος Κρεμέζης, πολιτικός μηχανικός, Γραμματέας ο Δρ. Κωνσταντίνος Κουτσαδέλης, αρχαιολόγος, και Tαμίας ο Ανδρέας Αντύπας, οικονομολόγος.

Επικοινωνία
Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς
Τριπόδων 28,
105 58, Αθήνα     

Τηλ.: 210 - 32 25 245, εσωτ. 3
Fax: 210 - 32 25 240
E-mail: sak@ellinikietairia.gr


Ο Μεμάς Μπρατσέτος και οι Σιόρες του (Ι)

Ο ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ ΠΡΟΛΟΓΙΖΕΙ ΤΣΙ ΠΑΡΟΛΕΣ ΤΣΗ ΣΙΟΡΑΣ ΚΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΕΝΙΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΣΗ ΣΙΟΡΑΣ ΒΙΤΩΡΙΑΣ

Όπως σας μολόησα, τσι μικρές ρετσέτες οπού τσι έβανα αποκάτου από τη μεγάλη  την εδική μου, μπριν από λίγες βδομάδες επεράσαμε από τα αρκαία τση Σάμης, ελόγου μου και οι σιόρες μου. Η σιόρα Κάτε, επειδής αποφάσισε να μορφωθεί, εζούλεψε λογάτε από τη Βιτώρια, σπουδαγμένη φιλόλογος είναι, εδιάβασε και για να πώ την πάσα αλήθεια, ήξερε πουλιότερα από ούλους μας. 

Εδιάβασε τον Παρτς, τον Μηλιαράκη, τον Καββαδία, τον Μοσχόπουλο και ήτανε έτοιμη για την περατζάδα μας. Το λοιπό, γδέστε τσι παρόλες τση από τη βόρτα μας. Κι είπα: η σιόρα Κάτε παρλάρει, η σιόρα Βιτώρια γράφει (εσυφώνησε να μην παρεμβαίνει σε ό,τι τση έλεε η Κάτε, βέβαια, εστραβοκατακλείδιαζε) κι εγώ γουδέρω τα καμώματά τσου… Και κάπου κάπου με αφήνανε να λέω και ό,τι θέλω. Α, τσου είπα, άμα θέλετε μαρουλάκια τρυφερά, θα με αφήκετε να παρλάρω κι εγώ μέσα τσι παρενθέσεις. «Καλά, Μεμά μου», είπε η Κάτε. «Ό,τι θέλεις».

Η ΣΙΟΡΑ ΚΑΤΕ ΠΑΡΛΑΡΕΙ : ΝΙΑ ΒΟΡΤΑ ΣΤΑ ΑΡΚΑΙΑ ΤΣΗ ΣΑΜΗΣ

Α.  Ο ΛΟΦΟΣ ΤΣΗ ΑΡΚΑΙΑΣ ΚΥΑΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΦΑΝΕΝΤΩΝ

Μπονόρα μπονόρα, νια Πέφτη του Θεριστή, εκινήσαμε, ελόγου μου, η κουρλή η αδερφή μου (σημείωση Μεμά: εδώ η Βιτώρια εστραμουτσούνιασε) και ο αφέντης μας (σημείωση Μεμά: εγώ, εδώ εκαμάρωνα ωσά σκεπάρνι κι ας ήξερα πως  με έγλειφε η Κάτε για να τση γιομίζω το στόμα με μαρουλάκια), για να βορτάρουμε στα αρκαία. Ανεβήκαμε με τσι γλώσσες μας ώσμε γραβάτες, από το μονοπάτι με κατεύτυση τσου Άγιους Φανέντες. Εδεκεί μες τσι μάζες,  ορτώνονταν κάτι χαλάσματα από το τείχος τση αρκαίας Σάμης.

«Και τι είναι ευκειά», εμουρμούρισε η Βιτώρια. «Γκρεμισμένα σπίτια»; «Να μπερμπελίσω μες στα γράμματα οπού έμαθες, ωρή», είπε η Κάτε. «Τα αρκαία τείχη είναι τση Σάμης. Έχουνε γκρεμιστεί από τσου σεισμούς αλλά και τσι πέτρες, τσι χρειαστήκανε οι αθρώποι για να φκιάσουνε τα σπίτια τσου».
Ρονιές ο ίδρωτας έπεφτε από τσι κουτέλες μας, ο Μεμάς έλεε «Ω, τα κλιτσινάρια μου με πονούνε!», αλλά το πρωινό αεράκι μας εδρόσιζε και γύρω μας τα φλισκούνια, οι ασβελαχτοί, οι σκίνοι κι οι μυρτσίνες, μηδέ και τα πεύκα, μας εστέρνανε τα πουλιό ωραία αρώματα.  Μας ετρυπάανε και τα περνάρια, αλλά δεν εσκοτιζόμαστε. Τα πουλιά επεταρίζανε ολοτρόγυρά μας  κι ένας κερομύτης μας εσυνόδευε με το κελαϊδητό του. «Α, και να είχα την καραμπίνα μου», επέταξε ο Μεμάς, αλλά η Βιτώρια τον αποπήρε. «Δε μας υποσκέθηκες, Μεμά, πως δε θα ξανασκοτώσεις, πουλί;». Ο Μεμάς εβουβάθηκε κι εμείς ετηράαμε πίσω μας τη Σάμη κι ελέαμε: «Ωρέ, τι όμορφη που είναι η Σάμη μας! 

Το λιμάνι τση, τα κότερά τση κι η θέα μέχρι την Αγιά Θυμιά! Κι ο Καραβόμυλος, θάμα! ΜΕ τη λίμνη του και τσι πάπιες του!» «Είδατε σε τι ωραίο μέρος ζούμε, μωρές;», είπε ο Μεμάς και τον είδαμε να κατεβάζει τη μουσούδα του. «Γιατί, Μεμά μας;», των αρωτήσαμε, αλλά δε μας είπε. Αναστέναξε μόνε και τον ακούσαμε να πετάει ένα «τσου άχρηστους!» και τίποτις άλλο. «Και ποιοι είναι οι άχρηστοι;», τόρμησα να ρωτήξω. «Κανείς!», απάντησε ο Μεμάς μουσκλωμένος  και εκλώτσησε νια πέτρα. «Ωου! Ώου! Το χοντρό μου το δάχτυλο», έσκουξε!

Σε νια στιγμή, φωνάζει η Βιτώρια που επήαινε εμπροστά: «Ω!, ελάτε να γδείτε, το θάμα, ελάτε να γδείτε θεϊκά πράματα, ελάτε να γδείτε την ομορφιά με τα χέρια του αθρώπου». «Σιγά, μωρή μην κάνεις έτσι!», τση είπε ο αφέντης μας και τόμου επροχωρήσαμε λιγουλάκι, εμείναμε με ανοιχτό το στόμα, σα χάνοι που περιμένουνε το μεζέ απά στο αγκίστρι. Εγώ, εφώναζα χαρούμενη κι ο Μεμάς μας έμεινε σα στήλη άλατος. Νομίζαμε πως τον έβρηκε φαστίδιο και τον εκουνήσαμε. Τόμου εσυνήρτε μάς είπε: «Κάθε βολά που κι εγώ το γλέπω μένω με ανοιχτό το στόμα». Είναι το παρεκκλήσι του Άη Νικόλα, είπα, εγώ. Κι εσυνέχισα με ένα κομμάτι από ένα βιβλίο που εδιάβασα και το έμαθα παπαγαλία: Αγιογραφίες, είναι, του 17ου αιώνα. Ο Χριστός, η Παναγία, οι Απόστολοι, σκηνές από την Καινή Διαθήκη, ζωγραφισμένες με πίστη και έμπνευση και με κουριοζιτά από ένανε σπουδαίο αγιογράφο που δεν ηξέρουμε το όνομά του. Τα χρώματα ανεξίτηλα μένουν αιώνες κι ο καιρός τα εσεβάστηκε κι σεισμός είπε να τα αφήσει για να γλέπουνε ούλοι την ομορφιά και να κάνουνε ευλαβικά το σταυρό τσου. 

Καθώς τα έλεα, τούτα, δεν ξέρω τι με έπιασε. Μου ρκότανε να πετάξω, να το πω σε ούλονε τον κόσμο, τι έγλεπα. Ίσαμε τη Σάμη κι ακόμα παραπέρα, στην Πύλαρο κι ακόμα παραπέρα στην Αμερική κι ακόμα πιο πίσω στην Αυστραλία. Ο Μεμάς μου και η αδερφή μου, με ετηράανε αλλά εγώ ήμουν ευτυχισμένη. Κι η Βιτώρια επλησίασε τα αριστουργήματα, τα ετήραε ένα ένα κι εσήκωνε το πρόσωπό τση στον ουρανό.

Ο αφέντης μας όμως ήντουνε στενοχωρημένος. Ένα δάκρυ εκύλησε από το δεξί του το μάτι κι εγώ τον αρώτηξα: «Γιατί, Μεμά μου, γιατί είσαι θλιμμένος;». Τσίποτσι δε μας είπε κι εμείς εβγάναμε φωτογραφίες συνέχεια. Δυο Άγιοι εμένανε μου εκάμανε εντύπωση. Ήτανε σα να εκοιτούσανε εμάς, σα να μας λέγανε «Γιατί;», έτσι μου εφάνηκε και σκέφτηκα: Μήπως για αυτό το «γιατί», ο Μεμάς μας είναι στραβομουτσουνιασμένος;

Δεν ηθέλαμε να φύγουμε. Εμελετούσαμε ούλες τσι αγιογραφίες κι ύστερις ετηράαμε κάτου. Εγλέπαμε τη θάλασσα κι είπαμε με νια φωνή: «Τι ωραίο θέαμα! Από τα χρώματα του αγιογράφου κι από τσι μορφές των αγίων στα χρώματα τση φύσης. Ω, ω! Πόσο μοιάζουνε!.

Ο Μεμάς, είχε προχωρήσει λίγο πιο πάνου, πήραμε το μονοπάτι δεξιά και εφτάσαμε σε νια πηγή με λιγουλάκι νερό. «Ελάτε εδώ, ωρές, να σας πω», φώναξε ο Μεμάς. Μπριχού πάμε, είπα εγώ κάτι που εσκέφτηκα, δίχως να το διαβάσω: « Λέτε εδώ, ο Οδυσσέας, μπριχού φύγει για την Τροία, πίνοντας νεράκι δροσερό να είπε στην Πηνελόπη του: Μάτια μου και ψυχή μου, μην κλαίς που θα πάω στον πόλεμο, γλήγορα θα γυρίσω, μην κλαίς, τον Τηλέμαχο πρόσεχε, πόσο θα κάνω πέντε με έξι μήνες; 

Δελέγκου, ψυχή μου, θάρτω πίσω… Η Πηνελόπη χαμογέλασε κι εκειός έκρυψε ένα δάκρυ, γιατί ήξερε πως θα γύριζε μετά από είκοσι χρόνια. Ποιον θα ’βρισκε; Αυτό, δεν το ήξερε…»

Εψιμογέλασε ο Μεμάς (σημείωση Μεμά: εγώ, πιστεύω πως η πραγματική Ιθάκη είναι ο σημερινός Πόρος, αλλά σίγουρα ο Οδυσσέας που ήταν και κυνηγός –όπως κι εγώ- θα ήξερε ετούτη την πηγή) κι ευτυχώς! Δε θέλαμε το Μεμά μας, στενοχωρημένο! Εκάτσαμε δίπλα του, έβγαλε από το σακκούλι του μαρουλάκια, μας έδωσε, κι εκειός ένα μπουκούνι νόστιμο ψωμί από του Βαγγέλη το φούρνο και τυρί από το γάλα μας που είχε φκιασμένο, έριξε λαδάκι από ένα λιοστάσι που έχουμε απά στα Πουλάτα, έριξε ρίγανη οπού είχε μάσει απά στη Ριγανίστρα, τα έβαλε στο στόμα του κι εμάσαε ωσά το φορτηγό του Τάβιου του Λέπουρα που ανεβαίνει στον ανήφορο. Εμασουλούσαμε και οι τρεις μας και σε νια στιγμή εστραβοκατάπιε η Βιτώρια από τη μαλιγκουνία τση να φάει ούλα τα μαρούλια (σημείωση τση Βιτώριας: ψέμματα, λέει. Τρία μαρουλάκια έφαα κι εκείνη ένα πρόλαβε. Ωρές μήγαρις έχει δίκιο;). Κι αφού ετελέψαμε, μας είπε ο αφέντης μας:

«Ξέρετε, μωρές τι φαντάζουμε; Και τι με κάνει χαρούμενο τώρα;» «Τι Μεμά μας;» του είπαμε και οι δυό με νια φωνή. «Δεν μπορεί, κάποτες σε τούτον τον τόπο θα γεννηθεί ένα παιδί που θα πάρει εκδίκηση». Εγώ κι η Βιτώρια, εφοβηθήκαμε, δεν τον ερωτήξαμε πώς θα τηνε πάρει, αλλά ο Μεμάς εσυνέχισε: «Να προφυλάξει το εκκλησάκι κι εκειές τσι ομορφιές, να φκιάσει περιπατητικές διαδρομές και μονοπάτια όμορφα, να σενιάρει την περιοχή, να καθαρίσει και να αναδείξει ετούτη την πηγή που κρατάει ζαμάνια και ζαμάνια και φανταστείτε μωρές, ετούτη την πηγή εκλείσανε οι Ρωμαίοι κι οι πρόγόνοι μας αρρωστήσανε». «Τι, έγινε;», ερώτησε η Βιτώρια.  Α, μωρή, τση είπα εγώ, τίποτις δεν έμαθες στη σκολή σου; Όταν θα έρτει η ώρα σε λιγουλάκι θα σας πω εγώ. Τα γράφει με το νι και το σίγμα ο Παρτς! «Ποιος Παρτς, μωρή παρτσακλή;» απάντησε η Βιτώρια. Εγώ, εγέλασα βροντερά και τση είπα: Ξέρω, θα ξαναπείς, πως έλειπες από το μάθημα, εκείνη την ημέρα που εκάνατε την πολιορκία τση Σάμης από τσου Ρωμαίους! (σημείωση Βιτώριας: λέω την πάσα αλήθεια: αυτή η ιστορία λείπει από τα βιβλία Ιστορίας. Δεν ξέρω, γιατί λείπει, αλλά λείπει!)

«Άστε τα τώρα, ευκειά», είπε ο Μεμάς κι ασκώθηκε. Τον ακλουθήσαμε κι επήραμε το μονοπάτι τση επιστροφής. «Μπρος, για την κορφή του λόφου», είπε. «Για την αρκαία Κυάτιδα»!


(συνεχίζεται)

Γ. Πολυχρονάτος: Φωνή βοώντος εν τη ερήμω (...της Σάμης)

Την Κυριακή (σημ. 13 Ιουλίου) σχεδόν όλος ο πλανήτης παρακολουθούσε τον τελικό του παγκοσμίου κυπελλου ....το ίδιο και στη Σάμη μόνο που στη Σάμη κάποιος με πολύ καλό ένστικτο και διορατικότητα που χωρίς καν μια διαφήμισή η έστω ανακοίνωση αποφάσισε να κάνει μια εκδήλωση με ζωντανή μουσική στην κεντρική πλατεία με δυο συμπαθέστατους καλλιτέχνες.

Το αποτέλεσμα ήταν να μην παραβρεθεί ούτε ένας θεατής.Ήταν πραγματικά απίστευτα άβολο να βλέπεις αυτούς τούς ανθρώπους να τραγουδούν σε μια άδεια πλατεία μόνοι τους και μάλιστα σε κάποιο σημείο να τους βρίζουν από τα παράπλευρα καταστήματα γιατί δεν άκουγαν την μετάδοση του αγώνα.

Αλήθεια μπορεί κάποιος να μας πει τι ακριβώς ήταν αυτή η εκδήλωση ποιος την αποφάσισε και πόσο στοίχισε. Τις απαντήσεις μπορείτε να τις δώσετε μαζί με τις προηγούμενες.

Ευχαριστώ, θα τα λέμε.

Πολυχρονάτος Γιώργος 
θαμώνας Σάμης

Ρουπάκι: ...σταχυολογώντας το "Πολιτιστικό Καλοκαίρι 2014" της ΚΕΔΗΚΕ βρήκαμε πληροφορίες: "13 Ioυλίου, Κεντρική Πλατεία Σάμης. ώρα: 9.00μ.μ.Μουσική βραδιά  με τους SIGNIORI BAND  με ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο." 

Κοντραστάρος: Η ξαδρέφη μου ...η κόρη τση θειας μου

Η ξαδρέφη μου,  τση θειάς μου τση Ανεζούλας θυγατέρα, είχε σκοντάψει απά στον κομό μιτσή όταν ήτονε (κατά τα δεκαοχτώ τση) κι είχε κάμει ένα καρούμπαλο απά στο κούτελό τση όπως αυγό χήνας! Έβαλε την κλαούρα όπως θρηνήτρα, σκούζοντας άριες κι αμά εβλαστήμαε τον κομό, τον έβενο και τον ξυλοκόπο, τον έμπορα και τον πελεκητή του επίπλου.  Εκείνο το αυγό απέμεινε στο κουτελό τση τέσσερα ημερόνυχτα! Τόμου και το αυγό εσπαράλιασε δεν εβγήκε χηνόπουλο, μήτε ορτύκι, η φάουσα… ΕΒΓΗΚΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΣΗ ΜΕΣΑΘΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ ΤΣΗ!

Βωρές  αναγνωσταράδες  τέτοιο φουντάνι, τέτοιο κούρταλο και ζουρλαμάδα… ευκείνη με τόση δεμπολέτσα και κάζο θα μπόριε να γίνει υπουργός τση Άμυνας, η τση Παιδείας, η τση Υγείας, ή ό,τι στο διάουλο μη σου πω!     

Για να σας τρατάρω το τεστάρισμα μιας αλήθειας και να μη σας γδω με μια οκά μούσκλα στα μουσούδια… πρέπει να αφήκετε το κλαμπάνισμα και να αρκινίσετε να συλλογιέστε από τα θέμελα! Πρέπει να κουρουπώσετε το νου σας, να κάμετε γαργάρες το γιόμα με μαγιόλαδο και το σούρουπο να ξεβλασταρώσει μέσαθέ σας λάργκα λάργκα η ευκαρίστηση, η εσέντσα κι όχι τ’ απομπούκουνα και τα απομαζώματα!   Λόγου χάρη κάποιες βολές  τσι παροιμίες και τσι λαϊκές τσι ρήσες που μας σερβίρουνε πουθεμπού,  τσι πειράζουνε, έχουνε τζίφρα  Μουρδούληδων, όπως τα καντήλια και τα ραπόρτα για την θεια μου την Ανεζούλα που την εβγάλανε κατουρλού και ήτονε θησαυρός, Κυρά κι Αφέντρα  Θειος σχωρέστη !  Τραγουδάανε οι μαέστροι « η θεια μου η Ανεζούλα τρία βρακιά φορεί, όσπου να βάλει το να το άλλο το κατουρεί» !  Κάπου εδέ κει μετά τσου δοσίλογους το Σαράντα και μπρει το λυσοκούκι του σεισμού, η θεια μου η Ανεζούλα εκρέμαε στο πλυσταριό τση μπαμπακοφανέλες, τα σάβανα και ούλη τση την προίκα. Απάνου από το πλυσταριό, στο πατερό, σε ένα καδρόνι καβάλαε το κουρλό ( η ξαδρέφη μου) και έκανε τη μαϊμού! Ήτο μια οκά γαϊδούρα, σχεδόν τση παντρειάς κι αντίς να ράβει καμιά βέστα, κάνα ξελουρίδι, ή να βοχθά την Ανεζούλα… έκανε σκάνταλα, τραμπαλήθρες, ξάγγλισμα τσι τρίχες τση  και τραγούδαε παπαρδέλες, τσι περισσότερες βολές για συγκινεί και γειτόνους   όπως
 « το μ--νί τση Λάουρας πρεβατεί σαν κάουρας»  και ήτο ικανή ευκιές τσι δυο κουβέντες να τσι λέει ούλη μέρα κι ούλη νύχτα! 

Του Αγι- Αντωνιού, το λοιπό, το Γενάρη, καθώς η μαύρη μάνα τση  σάρωνε το πλυσταριό κι αμά με το σίκλο γιόμισε τη σκάφη βλίχα… το κουρλό, είκοσι χρονώνε κρέας… άνοιξε τα κλιτσινάρια τση από τα αψήλου  και κατούρησε την απλωταριά με τσι κούδες τση Ανεζούλας! Η μαγκούφα η Ανεζούλα στο σκαμνί τση ελάγκεβε τα ουράνια από πού ήρτανε τα πρωτοβρόχια. Μάζεψε γλήγορα τσι κούδες και τα μυξομάντιλα με τα κατουρλιά τση Λάμιας…  κλειδαμπάρωσε και μποτζάρισε το σπίτι τση από τον μαΐστρο και τα φαινόμενα! Ασφάλισε και τα πατζούρια τση, ώσπου να περάσει η θεομηνία. Ε, έδε κει που κωλόκατσε ζόρκα να αλλάξει, που ‘χε γίνει λούτσα από το λαδοσάπουνο τση σκάφης πιάνει το ογρό βρακί και το πιθώνει στα μπούτια τση. Τόμου και ψαχούλεψε ούλες τσι κούδες και ήτο μουλιασμένες από το ψιλοβρόχι, χτυπά την πόρτα  η Γερασιμούλα του Μαρκουλή λέοντας. « Ανεζούλα, ούλα καλά ωρή; Γιατί έχεις κλειστά;» Ανοίγει αμποτά την μπούκα και γλέπει ζόρκα την Ανεζούλα  να αλλάζει κούδες μαυρομπολιασμένη και κακοθάνατη.  Τέλος, τέλος κι από τα πολλά, βάνει τη βράκα που φόραε ομπρί, την σαπουνοβρεμένη.  Η Γερασιμούλα  που τήραε τη δόλια να κάνει την κουρλή απά τσι κούδες… τση μοσκοβόλησε και η βροχούλα… στάθηκε στη πόρτα αλαφιασμένη κι έβγαλε τα συμπεράσματά τση!  Δε θέλει και πολλά η γειτονιά το όνομα να σου βγάλει!

Η ξαδρέφη μου λοιπό, έστρωσε ξαφνικά, μεγαλοκοπέλα, αβέρτα μετά τσου σεισμούς του πενήντα τρία κι αφού έφαε τον πρώτονε!   

Είναι πρόφαντο πως ο ψωλιόνας στρώνει  τα άστρωτα  και ηρεμάει  τ’ άγρια.

Κι αμά λέτε παπαρδέλες για εκειό που σέρνει βαπόργια!

Ύστερα από έτη μιλιούνια… μετά τη τιμωρία των Χουντικώνε, απά τσου Δημοκρατικούς που μας στελιάσανε  κι απά τσου  μεθύστακες που ενοικιάσανε οι ξένες μέδουσες να μας αποτελειώσουνε … η ξαδρέφη μου ήτο μια, κοντά πενηντάρα Δημόσια υπάλληλος. Επήρε γοργά μια σύνταξη, λόγο μιας ανήλικης κλήρας που χε, λόγο μιας κλαδικής που κατείχε, ενός εφάπαξ που καρτέραε, ενός συζύγου που τση έφευγε και μιας μάνας που… κατουριότανε πάνω τση!  Τι διάουλος που είναι η ζωή!!!

Είναι αντροπής μου που θα το πω, ας πέρασαν τα έτη, μα μες τα στήθια μου ακόμη κλώθω το μιτάρι τση αλήθειας για την καψερή τη θεια μου!

Ήτο καλοκαίρι Ιούλιος του δύο χιλιάδες τέσσερα… την χρονιά που ξεσκλάανε τα όβολα και τα τάλαρα οι  κουστουμάδοι προσμένοντας τσι Ολυμπιάδες και τα κούρταλα. Εκείνο το έτος που δεν ήρτανε  επισκέπτες παρί κάτι χίπηδες, εκειό το θέρος που πουλάγανε κάτι  καλόρεχτοι το καλαμποκάλευρο ασήμι και το άκουα  μπρούντζο. Τότενες, το λοιπό, επήγα να γδω τη θεια μου που τα χε χαμένα μεγάλη γυναίκα όπως τα χουμε ούλοι μας τώρα χωρίς να κατουριόμαστάνε!  

Ήτονε στο περιβόλι τση η μαγκούφα, φορούσε μια σκέπη όπως ραμπαούνι και μασούλαε, η έγλειφε ένα βούσκο κάτου από μια κοντούλα. « Γεια σου θειααα » Έσκουξα με ούλη μου τη βολή !    Αργά έστριψε η σκέπη τση που ήτο μέσα το κεφάλι τση και ψέλλισε «Καλώς τη Μερόπη μου» και τση έπεσε το βούσκο στο σώχωρο!   Ανάθεμα την ώρα που μου ‘ρτε να διαβώ το πορτόνι τση ξαδρέφης μου εκείνη τη μέρα! Ο Φωστήρας, εγγονός τση Ανεζούλας ομπρός τσου νεφταρμούς μου πάει δελέγκου δελέγκου οπίσω τση και σκούζει « ΟΧΙΑΑΑ» αφού εσάρτησα του λόγου μου όπως καυλωμένος τράγος στο λιθοκούλουμο του Μπάλαρη…  « οχιά και μονημερίδα, ορέ Μουνταλά », του λέω!   Αμά η θεια μου ξαπλώνει στο λάκκο με την κροπιά, από καρδιά! Κουρβουλιάστηκε η καψερή από την λάμπαξη του Μπουχέσα! Έγινε το έλα να δεις! Η ξαδρέφη μου έσκουζε, ο άντρα τση εκυνήγαε τον Μπουρθακλά, εγώ είχα τσιρλίσει τσι γάμπες μου και η θεια, ήτο κούρβουλο έδε κει στην κροπιά!   Μετά τα ευκέλαια και τα καντήλια, εδώκανε κι ένα γλέφαρο τση Ανεζούλας. Την ασηκώσαμε, την εκουβάλησα  με ζόρι στη σάλα, τση δώκαμε άκουα, μια ογκιά χαπάκια, ναυταλίνη λστα ρουθούνια… Ήρτε κι ο Ντοτόρος που την ακρουμάστηκε… «Καρδιακό!» λάλησε ο Ντοτόρος κι ανάθεμα άμα ξανάβγαλε γλώσσα.

Κυριακή το λοιπό τέσσερις Ιούλι, το έτος δύο χιλιάδες τέσσερα απά τση εννιά παρά… έπαιζαν  τα ποδόσφαιρα οι Νέο Έλληνες με τσου Πορτογάλους! Ετήραα των Άντρα τση ξαδρέφης μου με τσι Κλήρες του που εγλέπανε το τόπι να πηαίνει και να έρκεται , έτρωα  πασατέμπους, έριχνα κι ένα βλέφαρο στη καρδιακιά μιας και η ξαδρέφη μου στην άλλη τελεόραση  έγλεπε μαγειρέματα και δεν είχε στην άρρωστη τα μέντε τση!   Απά στο πενήντα εφτά μινούτο του κλοτσοσκουφιού ο Χάρης ο Αστέρης, τόμου και  καλοθυμούμαι, χώνει το τόπι στη τράτα! Ω Άγιοι Φανέντες μου! Ω Νοταρά μου λείψανο!  Ο Άντρας τση ξαδρέφης μου και τα μουρλά οι κλήρες του, βάνουνε τσι σκουξιές… σπάνε μια σκάτολα δυο μπικιόνια, ένα κατζέλο, τα κεφάλια τσου! Ε! ΕΚΕΙΟ ΗΤΟΝΕ! Έσπασε τη μεσούλα τση η θειά μου είκοσι τριάντα μοίρες προς τα ψήλου κι αμά άφησε τη στερνή τση πνογή σε μια στεναξιά! Έγινε για κάποια μινούτα το έλα να γδεις!

Κούκαλο η Μαύρη Ανεζούλα. Γκολ εσκούζανε. Φωνάζανε οι τελεοράσεις. Η κλήρα με σηκωμένες τσι γροθιές ούρλιαζε «ψόφησε η Γιαγιά, ψόφησε η Γιαγιά!» Η ξαδρέφη μου «Σκάστε διαούλοι» και να τηρά τση κατσαρόλες που αχνίζανε ηλεκτρονικά. Οι παίχτες να κωλοτρίβουντε στα ξένα. Η γειτόνισσα να μπουκάρει χαρούμενη απά στη ψόφια. Εγώ να μαζεύω τσου πασατέμπους… κι αμά έγινε η… κηδεία!  

Τι μέρα ήτονε κείνη! Για πινομής του Έθνους ξεψύχησε η Χριστιανή!

Κακιά και ψυχρή η βίζιτά μου! Δε δαγκιέται τση Ανεζούλας το τυχερό!

Το όνομα τση ξαδρέφης μου δεν θα πω γιατί ούλοι τη ξέρενάστε! Δε τη ξεσυνερίζομαι! Μα να εκειό που δε θα τση συγχωρέσω, είναι πως άφηκε το σμήνος του Κοσμάκη να νομίζει πως έκανε μπούρι τσι κούδες τση! Η Ανεζούλα και για άλλα που δε μελέτησα, είχε διαβεί του λιναριού τα πάθη κι είναι άδικο του αδίκου το όνομα που σου βγαίνει να μη το χεις!

Το λοιπό  λόγω του ότι ο Κοντραστάρος δε ξιέται με τα αγκώνες του…

Και λόγου ότι «ούλοι οι άγιοι στο βαρέλι κι ο Χριστός τάπα»…

Του λογου μου λογάω πως ότι… κάλιο να σου βγει τα όνομα παρί οι νεφταρμοί!

Εγώ, ο Μεμάς Μπρατσέτος καλοσωρίζω τον Κοντραστάρο

Ωρέ! Ωρέ! Επήε να μ’ έβρει φαστίδιο! Τι γλέπουνε  τ’ αυτιά μου και τι ακούνε τα  μάτια μου! Ο Κοντραστάρος είναι αληθινός; Υπάρχει; Έχει σώμα, και κλιτσινάρια;     Μπα, γιε! Κι εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά, ωσάν ανεμοβροντή στην αρκή του καλοκαιριού; Απά στα μπάνια; Κι εγώ που πίστευα πως δεν υπάρχει! Πως είναι πλάσμα τση φαντασίας του Ρουπακιού!  Θα κάμω μερόνυχτα να το πιστέψω. Μόλις το είγδα στο Αρουπάκι, τι δηλαδής δεν το είγδα εγώ, η σιόρα Κάτε μού το εφώναξε. 

Ήμουν ανεβασμένος απά στα κεραμίδια να ματίσω ένα,  οπού είχε σπάσει από την τελευταία όστρια. Ετρόμαξα όπως μου το εμπέλαξε η σιόρα, ετρύπησα το δάχτυλό μου με το σκουριασμένο σύρμα και εσκέφτηκα να πάω εδεκεί στο φαρμακείο να μου κάμει ο Μάκης μια ένεση για να μη με πιάσει τέτανος –μόλις θυμάμαι τη λέξη μούρκεται στο μυαλό ο Τιτανικός, εκειό το έργο οπού είχα δει στο σινεμά του Αργοστολιού, με κειους τσου δυο κουρλούς να τηράνε το πέλαο στην πλώρη –αλλά ελυπήθηκα οπού επνίγηκε εκειός κι η μαντενούτα του γλίτωσε-πάντα οι γυναίκες τηνε γλιτώνουνε. 

Ήτανε ένας χειμώνας  οπού δεν είχα κόψει και πολλά ξύλα, αφού είχα- και οπού λέτε αφού σας εκούρλανα με τσι παρόλες μου, τόμου άκουσα την είδηση για τον Κοντραστάρο, εσάρτησα από τα κεραμίδια και ω! τι έπαθα! εστραμπούληξα το ποδάρι μου, εκούντρησα απά σε ένα πατερό –όλο κουντράω τελευταία- που το είχα για να το πριονίσω, για να μην κουντράω, δηλαδή, είχε απάνου και μια σκουριασμένη πρόκα-ω! ξανάπα,  δεν τηνε γλιτώνω την ένεση, θα πάω στον Μάκη και αφού σας εξανακούρλανα –μετά είγδα στο διαδίχτυ ότι οι κουντριές και τα σκουριασμένα σύρματα κάνουνε τον άνθρωπο να παρλάρει ωσάν να τσερλίζεται…Σούμπιτες τρέχουνε οι λέξεις και ο άλλος οπού σ’ακούει, τόρκεται να σου σκάσει ένα σκαμπίλι ανάποδο, αλλά επιτιμάει το διάουλο και σκέφτεται ότι κάνει μπάνιο στην Αντίσα με ναι μαντενούτα από την Αγγλία.

Μπήκα στο Ρουπάκι και είγδα τη ρετσέτα του Κοντραστάρου. Η σιόρα Βιτώρια, εχασκογέλαε «Σιγά» , εμπέλαξε, «ποτέ εγώ δεν τον επήγαινα τον Κοντραστάρο», τι λες μωρή», επήρε το λόγο η  σιόρα Κάτε: «ευκειός είναι μάγκας, είναι συγγραφέας, είναι ποιητής, είναι φιλόσοφος. Τήρα μωρή πώς τα γράφει. Σενιαρισμένες λέξες, ατάκες μόρτικες, εικόνες σιλεντσιόζες μα μπουμπουνάτες, σχήματα λόγου τζετζιλιαρισμένα, ιδέες σέριες….»! Κι εγώ, ο Μεμάς ο Μπρατσέτος, εσυφωνούσα με τη σιόρα Κάτε. Τση έκλεισα όμως το στόμα με νια χεριά άχερο για να σταματήσει τσου ύμνους. Οι πολλοί δεν κάνουνε καλό. Αλλά, ημπορεί να μην εκατάλαβε τον αγώνα του «ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΕ ΓΑΛΑ» για να μη βγώ σα να έβγαινα πρώτος, αλλά εκατάλαβε τον φαμόζο  Κοντραστάρο. Τον αρχιγραφιά, εκείνονε που μόνε το όνομά του να μελετήσεις τρέμει σύγκορμη η φύση, οι θάλασσες αγριεύουνε, τα λιγκόνια τραγουδάνε και χορεύουνε, οι μπάμπουρες κάνουνε μέλι θυμαρίσιο, τα πουλιά τρυπάνε τσου αέρηδες φκιάνοντας τουνέλια χαράς, οι γλάροι κοτσιλάνε  απά στο μύτο των ψαράδωνε και τα γουρούνια γρούζουνε για νόστιμα απίδια. Ναι, τον φαμόζο Κοντραστάρο!  Για τσι ιδέες του, τσι εξυπνάδες του, τσι παρωδίες του και τσι σατυρικές του αρλούμπες, τσι λύσες που έχει για ούλα τα προβλήματα, τσι κανούργιες λέξεις οπού φκιάνει και τσι σκορπίζει στο πόπολο, τσι παρόλες που αραδιάζει κι αμά κάθεσαι να τσι ξεμπλέξεις, ω! το θάμα, ανακαλύφτεις πως είναι σοφές και μαγκιόρες και τα λεπά και τα λεπά... Κι  ό,τι με πιάνει στην μπένα του και   δεν μπειράζει. Άμα με πιάσει το γλυκύ μου θα του απαντήσω, αλλά τώρανες, μόνε δόξες του πρέπουνε.

Σήμερις, μετά το κάμα τση μερός, κι αφού έκαμα ζόρκος ένα μπάνιο στο Λουτρό, πασαλειμμένος με λάδι κορόνι, περσινό για να μαυρίσω τω όντι, ήρτε ένα βράδυ ολόγλυκο κι εγώ κι οι σιόρες μου μετά την ένεση οπού έκαμα απά στο αριστερό κωλομέρι, καθισμένος με προσοχή απά στο δεξί,  μπαντάροντας βεραμέντες, με την κιθάρα μου –γιατί δε σας το έχω πει, είμαι κιθαρωδός, τηνε γριτζουνάω καλύτερα και από τον Χιώτη- εσκαρώσαμε κάτι στιχάκια και σας τα φεστάρουμε στη μάπα. Έντανε αποκάτου:

Ο Κοντραστά- Ο Κοντραστάρος  ήντουνε πλάσμα τση φαντασίας
Μα να που φανερώθηκε δεν είναι οφτασία
Για να μας πει τι έκαμε, πού πήγε τόσους μήνες
Κι εκόντεψε η περιοχή να τηνε πιάσουν πείνες
Τση λείψανε τα όβολα μα πιο πολύ οι ιδέες
Του Κοντραστάρου βασιλιά που τον υμνούν παρέες
Απά στην κόψη του ουρανού εκύλαε τσι λέξεις
Πάρτες παιδάκι μου κι εσύ για να μπορείς να παίξεις

(ΡΕΦΡΑΙΝ)
Ο Κοντραστάρος φάνηκε εσύ, Κάτε μου, πήδα
Κι ας έριξε η Βιτώρια μας στη γη την κατακλείδα
Ο Κοντραστάρος θα φανεί κει κάτου στην πλατέα
Κι όλοι μαζί θα τρέχουμε θε να γενεί  κολέας
Και τσι καινούργιες εκλογές θα κατεβούμε αντάμα
Για να μην έβγουμε ποτές θα τόχουμε και τάμα

Ο Κοντραστά- Ο Κοντραστάρος ήντουνε πλάσμα τση φαντασίας (τρις)
…………
Κι αμά, διάουλε, πάλε το ίδιο βιολί ……

Ετραγουδάαμε ίσαμε τα μεσάνυχτα και τόμου επήαμε να πέσουμε έπεσε νια βροντή, μα νια βροντή  οπού ελαμπάξαμε κι αρκίνησε νια βροχή να πέφτει με χαλάζι, ωσάν καρύδια. Οι αστροπές στη συνέχεια επέφτανε απά στην κορφή του Αυγού και εκυλάανε ίσαμε τα Βλαχάτα κι ετρυπώνανε μέσα στη Μελισσάνη. Κι αμά άκουες ένα βουητό που έλεες, σεισμός είναι, σεισμός είναι. Οι σιόρες μου ελαμπάξανε τόσο οπού εμπελάζανε ρυθμικά κι εμένανε μου εφάνηκε πως το μπέλαγμά τσου  ανακατεμένο με το μπουμπουνητό και τσι αστροπές έλεε: «Ο – ΚΟ- ΝΤΡΑ –ΣΤΑ- ΡΟΣ – ΦΑ- ΝΗ- ΚΕ– Ο  -ΚΟ- ΝΤΡΑ –ΣΤΑ- ΡΟΣ –ΦΑ-ΝΗ-ΚΕ…..«Άγιε μου», είπα, «τι σημάδι είναι ευκειό;» Και αναρίτσιασα. Έτριζε το κατακλείδι μου και η μουσούδα μου είχε νια κατεβασιά, ωσάν την κατηφόρα των Άη-Φανέντωνε…. Εχώθηκα κάτου από τα σεντόνια μου κι εμέτραα πρόβατα  για να κοιμηθώ κι απά στο 85.678 εκυνήγαα ένα αρνάκι να το τσακώσω και  μου κρύφτηκε μέσα σε μια μάζα από ασβελαχτούς. Ψάχνοντάς το, χρρρρρ…


ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ

Κοντραστάρος - ΖΩ!

ΝΑ ΜΠΕΙ Ο ΔΙΑΟΥΛΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΑΣ! ΝΥΦΙΤΣΕΣ!
Σας χαιρετώ αδούλειαστος, ζωερός, αμαγάριστος όπως πλέουρο!
    
Να το λοιπόν πως καταντήσατε τα χωριά σας… σα ντα μουσούδια σας!

Βρωμάνε, ζέχνουνε και κρούνε, η σκέψη και τα χνώτα σας!!!

Ω γιε…σας έπιασε τάχα η ψυχοπόνεση! Αντίς να σταυρώνατε τότενες το ΚΑΚΟΧΡΟΝΑΧΕΙΣ ΚΑΙ  ΤΟΝ ΚΟΝΤΡΑΣΤΑΡΟ…σταυρωθήκατε του λόγου σας, σταυρώσατε  τα παιδιά σας και τον τόπο σας… με στείλατε για βρούβες! Ο Χριστούλης ωρέ, εκουβάλησε  το σταυρό για ένα ανηφόρι μοναχά… κι η αφεντιά σας τον έκαμε ραφτόνε  στη σπάλα!   ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΑΘΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΡΔΙΟ ΣΥΝΗΘΕΙΟ! 
 
Δεν εφανερωννόμουνα επί τούτου! 

ΡΟΥΠΑΚΙΔΕΣ ΑΓΑΠΗΤΟΙ! ΟΥΛΟΙ! ΧΩΡΙΣ ΞΕΣΚΟΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥ ΜΕΜΑ ΜΠΡΑΤΣΕΤΕ ΜΕ ΤΟ «ΓΑΛΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΡΟΓΑΛΑ»… ΠΟΥ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΕΣΤΡΑ, ΤΑ ΚΟΜΠΛΙΜΕΝΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΤΕ ΣΟΥ ΣΤΟ «ΚΑΚΟΧΡΟΝΑΧΕΙΣ 2010»  ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΕΝΤΙΑ ΜΟΥ!

Σας είμαι παραστάτης και σέμπρος στη σενιορία σας!

Χάθηκα Ωρές μου! Όπως χαθήκατε και του λόγου σας από τσου νεαυτού σας!

Σας αγαπάω όμως, όπως τα πρωινά του τόπου μας! Σας αγαπάω όπως την πνογή που ρουφάω από τον ανεμορούφουλα του Ρουδιού το θρούμπι και τσι λαψάνας την ανεμορπή! Σας αγαπάω όπως κάθε θραμπούλιασμα τσι μέρας! Σας αγαπάω και   μουνουχισμένους σας θωρώ ξέλαργα, που συρθήκατε στην πύργια και σκάσατε στον πάτο τση πλίθας κι απάνου στο κάφκαλό σας ρίχνουνε τελεοράσεις, λαπιτόπια, αγγλικά πιοτά, θέσεις εργασίας και γυριστές τρίχες από μούσια σκλαβούνων!
    
Ζω… κάτου από το ξεκουρούπωτο δέντρο τση ιστορίας, στην συλλοή  κι απά στο φυλλολόισμα  τα ματόφρυδα γένονται οκάδες και πετάω απ το Μεγάλο Βουνό στα Ταρκασάτα κι απ την Άγια Γρούσπα στο κάστρο.

Ζω… αβαλίδος και έψιμος, πινομής των Τσιτσιμπαίων που με χλίψη φορούνε πανωφόρια, σκελέες, ψυχή, μπούτια, καρδιά, σκουτιά νεκρικάτα!

Ζω… ακόμα, αμπαρμπούτιαστος, πισωκώλου κι απερηφάνευτος στο κατωφλόπορτο του Άδη και σε ντελίριο τον μπάλο αρχίζω.

Ζω… σαν θάγμα, στο θάγμα του θεαυτού του Ανθρώπου και μερώνω στα ζεστά σκέλια μιας ερπίδας στο ξωφόρι της Πατρίδας μου.

Ζω… γιατί το κακοθάνατο περνάρι που σκιέσαι και βρίσκεις ολημερίς,  σκοντάφτεις και σε μποδάει και σε σκιάζει,    κάποτες…   θα το γδεις!

Τόμου και σου δικάει…Ζω…

Ένα συγνώμη να σου πω στο πυρομάχι καβάλα που πατώ,  πόγινε δρόμος κι αμά το ονόμασες Πατρίδα.   Διαουμάω μιλιούνια τσι ντροπές τση υπόδουλης καθεμέρας μου.

Κι απά στη γιόμιση του φέγγους τα σκλεπούνια  σκρεμιδεύουνε στον ίδρωτα τση  μετώπης μου. 
Άγιε μου… ντέλομαι!

Κοντόψυχος, τα φανερά να κρύβω! Κι εκειό που είμαι να μη βαστώ!  

Ε το λοιπόν… κι άμα ζω;  Φέξε μου κι αγλίστρησα!  
    
Ομπρί κάτι μηνιάτικα,  είχα πέσει του μάκρου και του πλάτου…είπα μέσαθέ μου «Ανάθεμα  τσι άγονες ψυχές των ερειπωμένωνε  λιμανιών!»

Κι αμά,  ομπρί κάτι βδομαδιάτικα, απά στο ρίμμα του ήλιου… μούρτε σβιλάδα στην σβερκαδούρα και αιστανόμουνα  οκάδες βαρύ το πέτο μου. 

Συνεννογιέμαι εγώ με εμένανε…  εκειό που ήμουνα, μ’ εκειό που ήθελα  κι εκειό που με κάματε…
  
ΟΧΙ! Δεν είμαι του λόγου μου Λιανοπουλητής ονείρατων! Ούτε Ματσαδόρος σε λιτανείες και κούρταλα! Απαρατώ κόμματα και «Γάλατα, Σανούς, Κακοχρονάχεις», το πολύ πολύ με το συμπάθιο, «κακοχρονάχετε!» μιας και «κακοχρονάχουμε» θελήσαμε παρέα    κι απά στην κακομοιριά  μπαρκάδοι!
  
Μα Σιορ Μπρατσέτε μου,  δε με αμπαδάρει η φαμίλια μου… και ψήφο να γυρέψω του αλλουνού;!
    
Όπου γυμνοί κι ανάλλαγοι, που να βρεις τα όβολα, τα χαρτόσημα, τα σκατά και τα σάβανα… ένα κάρο Μιλόρδους, σέμπρους, κολομπέους, Γροστολιώτες, κατακαθούρια, ίσα με τρακόσια βατσέλια, βασιλιπάλιατσα, ορτύκια, νεροκουβαλήστρες… Σώχορα και Μώχορα! Κι αμά… ξέρω εγώ από τζόγους μπα γιέ μου;  Να μου βγει η Παναγία και να ρουφήξω φόλα μου;   

Με τσου κοκόρους τσου πολλούς σε τρώει το αίμα σου, γλυκαίνεται το δόντι  και τόμου κι ανοίξεις  φάμπρικα θέλοντας και μη, θα σπάσεις τσι σπιέρες σου!

Κι άμα μωρέ είγδες προκοπή από τσου Κόμηδες, τσου Σέμπρους, τα Δεούτελα  και τσου Δεσπότες;    Ποια δημοκρατία θα ασπαστείς μωρέ; Πια απ’ ούλες; Πότενες την αντάμωσες και που την ακρουμάστηκες;  Η λευτεριά Μαγκούφη μου, είναι για τσι Κωλοφωτιές και τσι Βαβύλες!  Με στα  σπλάχνικά σου τη Λευτεριά  εμάντρωσες  κι απόξου ψάχνεις δόλιε! Το δίκιο που ξεσκλάς, υπόσκεσαι.   Θα βοχθάς του Πονεμένου το πόνεμα με μια οκά μούρη καθώς θα σκαίνεσαι  την κατακλείδα του.

«Θ’ αχνίζει ψέμα ο στόμας σου… νάθε χίλια πανεπιστήμια διαβείς… Ορκωτής, για να δικαιολογάς τσι πράξεις σου ».  

Να σας χαρώ… συλίντρεχοι να πα να αγιάσετε! Ουρές οι υπόλοιποι τσι Κυριακάδες στο προσκύνημα! Ουρές τσι καθημερινές τσι Τράπεζες, ουρές τα βρόχια με τα κοτσύφια και τσου μπούφους που πετάνε τσι οθόνες  και ξωτικά που κράζουνε και τίποτσι δεν λένε…μα τίπουτσι! Τίποτες, για την ουρά, νάθιγκ  για τσου τελευταίους τση ουράς, πολύ πιο μπροστά από τον πρώτονε.

Τόμου κι απολάει η εκκλησιά… μη σου παραξοφανεί… αντίδωρο δεν έχει!
             
Το λοιπόν Ρουπάκιδες τσι κάμαμε κι αυτές τσι εκλοέέέέές! 

Μου εκόψατε  τα ύπατα! Μου αλλάξατε τον ανανία!

Τι ήτανε ευκειό  εφέτο Πατριώτες;;;

Το ένα τρίτο τση κρεατόπιτας συμμετείχε τσι  εκλοές, το άλλο τρίτο τσι έκαμε και το άλλο τρίτο στα καφενεία βλαστήμαγε, κατάστρωνε, τσακωνόταντανε, έλεε ψέματα, έβλεπε ΑΖΜΙΝ, έχανε το σπίτι του, κοιμότουνε ανοιχτομάτικα, επερίμενε να μπηδηχτεί η γυναίκα του, εκατούραε το ζήθο του, έχανε τη δουλειά του κι έβανε άλλονε να τηνε ψάχνει, σκότωνε την ώρα που του λάκιζε από μόνη τσι και δε τηνε πετύχαινε... έμεινα Δεούτελο!
      
Ο Θειός   να  συγχωρέσει το Γκλόμπο!
Αναπαμένος ο Κλοντίρης!
Ο τσαμένος ο Κοντραστάρος ο Σμπαράδος!

Θα κάνανε ούλοι φκείνοι, φκειά που κάματε του λόγου σας; 
      
Είπανε στο Λαό οι Κόμηδες : « Δημοκρατία δε θέτε; Ε! Ελάτε να τηνε παίχτε ούλοι!» Κι απά στην καύλα του το κοκορέλι έχεσε ομελέτα  μιας και δε προκόβει να κάμει αυγά! Μούτοι το λοιπόν οι Άλαλοι, με τσι κραυγές τσι τζούφιες… έπαιξαν στρόμπο με μια πλευρά να στέκει απ’ ούλες!

Κι αμά…  

Τι σάρτους που κάνουνε οι νικητές στον ύπνο τσου!
Σωροί τα άντερα από μιλιούνια λαγουδέλια, με ένα σμπάρο μοναχά!
Από  μια φαμίλια, αλλού ο φαμελίτης αλλούθε ο συφάμελος !

Του ανεψιού μου του Τζώρτζινα λόγου χάρη… η μάνα του στο τοπικό για να πάρουνε τη θυγατέρα τσι  τσι τρούπες και τα σπήλαια. Ο αδερφός του στου άλλου για τι θα του τρατάρουνε τα χρεωστικά του ύδατος από τα πρόπερσι. Ο Τζώρτζινας διαούμαε κάτι τσάντες με κωλόχαρτα και γαλέτες από ζούπερ μαρκέτα και δυο πενηντάρικα που βρωμάανε πουτσίλας από τσι τσέπες ενός ιδρωμένου λιβάις όπου βγήκανε…. Ο ένας  τ’ αλλουνού…εκειού…του όντος, του εκλεχτού του νούτσιου, του όποιου του οποίου, του όπουκιανπού! 

Τούτη τη βολά δεν κατουρήσατε εκεί που γλείψατε ή ανάποδα!
Σας κατουράανε καθώς γλείφατε! Σκρεμίδισμα τσι αγάπης με βλαστήμιες! Σπουδαγμένοι Σκουμπούεροι !

Μένω απόσβωλος και ψαχαλεύω κόντι κόντι το λίμπρο ντ όρο να βρω τσου Πρόγονους... από πού ειμαστάνε και ΤΙΙΙΙ;  Βασκαμός μας πετυχησιά! 

Τραμπαλάρω  ότα γλέπω τον ένα δώθε, τον άλλο κείθε… τον κούτση και τον λάλα ομπρός πίσω… κι όμως, ο πίξιος και ο δίξιος  τόσο κοντά!  Ντάλε κουάλε!

Τόμου πάλε και τα βάλεις ξέλαργα… τόμου και βάλεις και τη λιόκρουση… ημπορεί να μην έχετε κι ούλα τα άδικα,  μιας και κανείς μας δεν γλέπει κειό που φαίνεται και πίσω από δαύτο στέκει!  Ίσως και πάλι είστενε σοφοί  κι εγώ ο  δαιμονισμένος!

Μα είναι πολλά τα τέρμινα, βάλε με το νου σου, το νου αν θα προκάμεις μπρος να  τονε βάλεις, η νάβα να σαρπάρει πινομή στα εγγόνια, να θειαφίσεις τη ρήμαξη για να τρυγήσεις μιαν αξία.

ΕΥΚΕΙΟ ΘΑ ΠΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ!     

Τηράτε ορέ, για τούτα και για τα άλλα, του Κοντραστάρου τα λόγατα σε πλάκα ριζιμιάς να γρατζουνίσετε!

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΟΙ ΛΑΟΥΡΕΝΤΗΔΕΣ ΤΣΙ ΕΠΙΣΤΑΣΙΑΣ!

Τσου Μαφιόζους με τσι σημαίες και τα φλάμπουρα που γράφουνε την ιστορία και τσου μύθους. Τα Παραλέκατα που ξεσηκώνουν τσι ημερομηνίες όπως να σκώνουν τη κότα τσου. Που ξεπατικώνουν μιλιούνια Νοστράδαμους και ξεστέλιαστες παστρικιές με σκολίωση, που φουμάρουν Μανδραγόρα κι αμά βάνουνε ξέμπλιαστα πλεκτά με ορμήνιες τσου ΑΝΙΔΕΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ… ΣΤΟΝ ΑΝΟΝΕΙΡΟ ΟΧΛΟ!   ΤΣΟΥ ΧΛΙΜΜΕΝΟΥΣ, ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΣΤΟΙΧΙΣΜΕΝΟΥΣ!

ΠΑΛΑΜΑΚΙΖΟΝΤΑΣ  ΚΩΛΑΝΤΕΡΑ ΑΠΟ ΚΟΛΕΘΡΑ!     Η ΑΦΕΝΤΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟΛΟΪ ΜΑΣ ΞΑΘΡΩΠΙΖΟΥΝΤΕ ΣΤΗΝ  ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΧΟΝΤΡΟΦΛΟΥΔΩΝ ΑΘΡΩΠΩΝΕ!  ΚΙ ΑΜΑ ΓΛΥΤΡΩΣΑΜΕ ΑΠ’ ΤΟ ΣΦΥΡΙ ΚΑΙ ΠΕΣΑΜΕ ΣΤ’ ΑΜΟΝΙ!    ΚΙ ΟΠΟΥ ΚΑΚΟΥ ΣΟΥ ΘΕΛΕΙ!

ΖΩ… ΚΙ ΑΝΤΙΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΝΑ ΡΙΧΝΩ ΠΕΤΡΙΕΣ… ΠΑΩ ΤΟΥ ΔΙΑΟΛΟΥ ΒΑΓΙΑ!

Ανοιχτή Επιστολή κατοίκων του Καραβομύλου, προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Κεφαλονιάς.

Καραβόμυλος  Κεφαλονιάς, 14 Ιουνίου 2014

Προς 
Κύριον Αυγέρη Ανδρέα, Αστυνομικό Διευθυντή Κεφαλονιάς.
ΒΙΠΕ Αργοστολίου, 28100 Αργοστόλι Κεφαλονιά.

Θέμα: επικίνδυνη οδήγηση στην κεντρική οδό Καραβομύλου.

Αξιότιμε κύριε Αρχηγέ,

O σκοπός  της παρούσης επιστολής είναι να ζητήσουμε την έμπρακτον βοήθειά σας για το μεγάλο και επικίνδυνο πρόβλημα της κυκλοφορίας επί της κεντρικής οδού Καραβομύλου, αμείωτο, καθόλη την διάρκεια του έτους.

Συγκεκριμένα, το πρόβλημα αυτό είναι χρονίζον αλλά εφέτος είναι πέραν κάθε ορίου και λογικής. Τι να πρωτοαναφερθεί; Την εκτός κοινής λογικής ταχύτητα που αναπτύσσουν τα διερχόμενα οχήματα; Τις διπλές και τριπλές προσπεράσεις και μάλιστα όταν δύο από τα τρία οχήματα, είναι βυτιοφόρα  εύφλεκτων υγρών; Την άμιλλα των διερχομένων οδηγών ποιο από τα δίτροχα ή τετράτροχα οχήματά τους θα κάμει νέο ρεκόρ ταχύτητας; Χωρίς κανένα σεβασμό και πρόνοια προς τους  διερχομένους πεζούς αλλά και ζώα.

Βεβαίως, ο κεντρικός μας δρόμος είναι τμήμα της επαρχιακής οδού Αιγιαλού Σάμης-Καραβομύλου-Αγίας Ευφημίας Πυλάρου, ωστόσο δεν παύει να αποτελεί τον ζωτικό  δρόμο των κατοίκων του χωριού μας. Επιπροσθέτως να σημειώσουμε ότι λόγω των αξιοθεάτων του Καραβόμυλου, είναι πυκνή η ανθρώπινη ροή  τουλάχιστον επί 12ώρου ημερησίως, ιδιαίτερα  κατά τους μήνες Μάϊο έως και Οκτώβριο.


Επιπροσθέτως να σημειώσουμε την απίστευτη «πρωτοτυπία» ότι ο χώρος και των δύο πεζοδρομίων της ίδιας λεωφόρου δεν διατίθεται για την αυτονόητη χρήση για ασφάλεια των πεζών αλλά για το παρκάρισμα των αυτοκινήτων-σε όλο το πλάτος-με αποτέλεσμα οι πεζοί να περπατάνε στο δρόμο!



Εκφράζοντας την συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του Καραβομύλου για τα συγκεκριμένα ζητήματα, ευελπιστούμε για την ενημέρωσή μας, στην έμπρακτη βοήθεια και ταχύτατη επέμβασή σας.

Μετά τιμής  
Kάτοικοι του Καραβομύλου

Αλ. Λογαρά - Κοτσιλίνη: Όταν «έρχεται η στιγμή για ν αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις»

Μετά τον  απόηχο των αυτοδιοικητικών εκλογών ,παρακολουθήσαμε διάφορους «πολιτικούς» και «δημόσια» πρόσωπα  να εκφράζουν την επιδοκιμασία , ή την αποδοκιμασία τους για το εκλογικό αποτέλεσμα , με αποκορύφωση την εβδομάδα ανάμεσα στις δύο αναμετρήσεις από 18-5-2014-έως 25-5-2014 και μετά.

Έτσι είδαμε ασυνεπείς να διακηρύσσουν  συνέπεια, ανιστόρητους να  διδάσκουν ιστορία, αφερέγγυους να μιλούν για εντιμότητα και ήθος, ανώνυμους αρθρογράφους να λιβελογραφούν με σεξιστικά σχόλια σε βάρος αντιπάλων τους κλπ. Καταστάσεις βέβαια όχι πρωτόγνωρες στον δημόσιο βίο της Κεφαλονιάς τα τελευταία χρόνια.

Θεωρώ λοιπόν ότι δικαιούμαι κι εγώ , μια μη πολιτικός αλλά απλή δημότης – πολίτης της Κεφαλονιάς να δηλώσω πως νοιώθω για τα αποτελέσματα των  εκλογών, αφού έχουν να κάνουν με την καθημερινότητά και την ποιότητα  της ζωής μας

Στην εποχή των «τερατογενέσεων», όπως είναι η περίοδος που βιώνουμε σήμερα, λόγω της οικονομικής κρίσης, σε ένα πολιτικό τοπίο  που δεν έδινε δυνατότητα να εκφραστούν το ήθος, οι αξίες, οι αρχές και η ποιότητα ,κάποιοι άνθρωποι έφτιαξαν την «Ενωμένη Τετράπολη» εκφράζοντας ένα κομμάτι δημοτών-  πολιτών που ασφυκτιούσε από τα αλισβερίσια, τις υποσχέσεις κλπ.

Επί κεφαλής της δημοτικής παράταξης, που διεκδίκησε τον Δήμο Κεφαλονιάς, ζητήθηκε να είναι  ο  Αλέκος Καλαφάτης, που στρατεύτηκε  στην μάχη αφού άλλοι νεώτεροι, επώνυμοι, «άφθαρτοι», «ηγέτες σχηματισμών», άνθρωποι των τεχνών  και των γραμμάτων σιωπούσαν, ή εργαζόταν δια εαυτόν και όχι δια αλλήλους.

Τα αποτελέσματα είναι γνωστά και δεδομένα, όμως δεν πρέπει να μείνουν στη ιστορία μόνον τα νούμερα.

Αλέκο Καλαφάτη σε ευχαριστούμε που ηγήθηκες αυτής της προσπάθειας, σε ευχαριστούμε για τον τρόπο που διεξήγαγες την πολιτική σου μάχη, γιατί είπες ΝΑΙ στα δύσκολά, δεν κρύφτηκες, δεν στάθηκες στις δάφνες του πολύ πετυχημένου κύκλου της ζωής σου.

Ομολογώ ότι εκείνο που με φόβιζε περισσότερο, ήταν η «εκπαιδευτική αξία», που θα είχε στη νέα γενιά που έρχεται και πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της στην διαχείριση του τόπου μας,  ο τρόπος  που άσκησε εξουσία η Δημοτική αρχή είτε μέσα από το Δημοτικό Συμβούλιο είτε εφαρμόζοντας την πολιτική της.

Η «Ενωμένη Τετράπολη» έδωσε την  ευκαιρία σε νέους ανθρώπους ,που εμφορούνται από αξίες ,να αγωνιστούν για τις αξίες αυτές, να ελπίσουν, να γνωριστούν μεταξύ τους, να δουν στην πράξη ότι μπορούν «και αλλοιώς».

Έτσι,  μας έμεινε η ελπίδα ότι, από εκεί μπορεί να  έρθει κάποια μέρα η ανατροπή.

Αργοστόλι  12-6-2014
Αλέκα Λογαρά- Κοτσιλίνη

Οι ομολογητές άγιοι της Κεφαλονιάς Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων και η ιστορική αλήθεια για την επίγεια διαδρομή τους

Κάθε χρόνο την Κυριακή των Αγίων Πάντων η Τοπική Εκκλησία της Κεφαλληνίας εορτάζει πανηγυρικά στη Σάμη την πανίερη μνήμη των αγίων ενδόξων ομολογητών Γρηγορίου, Θεοδώρου και Λέοντος. Πρόκειται για τους παλαιότερους αγίους στην εκκλησιαστική ιστορία της Κεφαλονιάς, οι οποίοι είναι ευρύτερα γνωστοί με την προσωνυμία «Άγιοι Φανέντες»  που τους δόθηκε λόγω της θαυματουργικής φανέρωσης των ιερών τους λειψάνων και της ανάδειξής τους από την  αφάνεια. Επίκεντρο των λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμήν των τριών ομολογητών αγίων της Κεφαλονιάς είναι εδώ και αιώνες η επ’  ονόματί τους ιδρυθείσα παλαίφατη Ιερά Μονή, γνωστή μέχρι σήμερα ως «Μονή των Αγίων Φανέντων»  και κτισμένη στην κορυφή της νότιας ακροπόλεως της αρχαίας Σάμης σε υψόμετρο 226μ. 

Συνδυασμός "Γάλα και πάλε Γάλα" - Ρετσέτα 5η και τελευταία!

Το ξέρετε ούλοι. Δεν εβγήκα. Κι έκαμε τα πάντα για να το πιτύχω. Έλουσα με γάλα ούλονε τον γκόσμο. Η σιόρα Κάτε και η σιόρα Βιτώρια τα δώκανε ούλα. Το τι εφάανε για να είναι νόστιμο το γάλα! Ασβελαχτούς, στουβιές, τσουκνίδες, ραδίκια, πουράτζινα, σκόρδα, μάπες και άλλα πολλά. Ακόμα και κουμ-κουάτ μου εστείλανε από τσου Κορφούς. Ως και τσάι τσου έφερνα από την Αγια-Δυνατή.

Αλλά «βωρέ Μεμά», μου φώναξε εψές, η σιόρα Κάτε, «το ξέρεις ότι δε βγήκες κι αντίς να σκας,  από τη στενοχώρια σου, έχεις χεστεί στα κεράσια και στα βούσκα;» Κι απάνου οπού επήαινα να τση αποκριθώ, επετάχτηκε η σιόρα Βιτώρια: «Μωρή, κουρλή, μωρή ζουρλή, μωρή δαιμονισμένη, δεν εκατάλαβες τσίποτσι; Ο αφέντης μας, δεν είπαμε ότι ούλα θα τα κάμει για να βγει τελευταίος ωσά να έβγαινε πρώτος;» Η σιόρα Κάτε εκωλοτανύστηκε, έβγαλε νια μπελαξιά κι εβγήκε όξου, να βοσκήσει χορτάρι και βελανίδια οπού τση είχα φέρει από  τσου Άη Φανέντες. Η σιόρα Βιτώρια, εσυνέχισε τσι παρόλες τση: «Ωρέ, αφέντη, είγδες το τι εγένηκε; Ούλοι επήανε με ούλους. Μου εθυμίσανε τα μπουρμπουρέλια οπού εφάαμε μπριχού τσι εκλοές». Τση απάντησα, περήφανος για ευκειές τσι ανάλυσες τση όμορφης Βιτώριας: «Εξεφτυλίστηκανε ούλοι, σιόρα μου, αλλά το καλό είναι ότι κάποιοι οπού το επαίζανε αρχηγοί, εμαυριστήκανε. Επήανε τσου αγρούς να μάσουνε μέντα για να έχουνε για τα γεράματά τσου». Και εκεί οπού ελέαμε ούλα ευκειά τα σοφά, ακούσαμε μια πνιχτή σκουξιά, λες και επέρναε το τρένο τση γραμμής Σάμη-Βλαχάτα. Εβγήκαμε και οι δυο στο κατώφλι και τι να ειδούμε: τη σιόρα Κάτε να τσερλίζεται και να μην μπορεί να κάτσει ορτή. Έτρεξα και τση έφκιασα τσάι με καφέ, εσυνήρθε και μου είπε με παράπονο: «Επειδής δεν εκατάλαβα, Μεμά μου, τον αγώνα που έδωκες, το περνάρι με εκδικήθηκε!». Τση είπα, να μη σκοτίζεται, η σιόρα Βιτώρια  τση είπε πόσο έξυπνη είναι κι εκείνη, κι η σιόρα Κάτε μου με ησυχία, άφησε μία βουτύρου, καλό προάγγελο για τσι βερβελήθρες οπού θα έκανε την άλλη μέρα, κροπιά για τσι ντομάτες και  τα βλήτρα μου. «Είδες, σιόρα Κάτε μου», τση είπα «πόσο χρειαζούμενη είσαι;»

Ήρτε η άλλη μέρα συλίντρεχη, εσάρωσα τσι βερβελήθρες-λίπασμα για το μποστάνι μου, έπλυνα τη μουσούδα μου, έπια και τη μέντα μου, ανακατεμένη με γλυκάνισο και αρμπαρόζα, επήρα τσι δυο σιόρες και ανέβηκα απά στο χαλέπεδο του Τραγάκη του Τσίμπιδου. Προηγουμένως εσυνάντησα και τον γνωστό αλαφρομακρυχέρη οπού κάθε χρόνο μου ξαφρίζει κι από ένα κατσίκι. «Άστονε», μου είχαν πει οι σιόρες μου. Τόνε είγδαμε, είναι ο Πριπέτσος ο Ποντικοπουνέντες, τι να τονε κάμεις! Γραφικός είναι. Να νομίζει πως δεν τονε ξέρουμε, ενώ ούλοι τον εξέρουμε, ευκειόνε και τσου κολέηδές του». Α, πού είμαστε, ναι….

Κι εκεί που τον είχα ξεχάσει, νάσου τόνε σα φάντε μπαστούνι. Το πλάσμα εκειό. Το τέρας. Τόμου ξαναδιαβάσετε την 1η ρετσέτα μου θα τον εθυμηθείτε. «Ωρέ, μαγαρισμένε», μου ελάλησε ευκειός που είχε ένα κεφάλι σα γκολοκύθα, με δυο χαυλιόδοντες οπού εβγαίνανε από τον γκαταπιώνα του, ο ένας ήτανε μαύρος, «ωρέ, δεούτελε!». Επήε να μ’ έβρει φαστίδιο, αλλά εθυμήθηκα πως τονε περίμενα. «Μπράβο, ωρέ, Μεμά, έκαμες ό,τι είπαμε. Επάλαιψες με νύχια και με δόντια, οι γίδες σου το ίδιο, εμεράζατε αρωματισμένο γάλα και δεν εβγήκες ακριβώς ωσά να έβγαινες πρώτος». «Σπολάτη σου, αρχηγέ», του αποκρέθηκα, «είμαι περήφανος». Κάτι επήε να πει η σιόρα Κάτε, αλλά επετάχτηκε με έναν κλώτσο η σιόρα Βιτώρια και τση εβούλωσε το στόμα με ένα μάτσο χορτάρι.

«Δε μου λες», εμίλησε ευκειός με την γκολοκύθα, «είγδες το τι εγένηκε με τσι εκλοές; Εκλοές ήταν ευτούνες, ή μπουρμπουρέλια οπού δεν ήξερες ποιος ήταν με ποιόνε; Ο Δενέχης επήε με τον Καλαπιάνη ενώ πριχού ήτανε με τον Εχωφάη παρόλο που έλεε οπώς θα πάει με τον Εχωδίκιο. Ο κομματάρχης ο Λαοσώστης έκοψε μψήφους από τον Θασασώστη για να τσου δώξει στον Θασαζώση τον Μπεσμέσα οπού εκειός με τη σειρά του έδωσε μψήφους στον Βουβοστόμη τον Πολυλόγη. Και ο άλλος, ο Πολυσυμβούλης  οπού ελυπήθηκε που επούλησε τον Δενξέρη τον Θασασδώκη, επήε με τον Γλειφοσαλιάρη τον Δεμπόρη, οπού πριν ήτανε κολλητοί, αλλά τώρα ανανοήηκε πως εκειός που τον έσωζε τώρα θα σώσει τον άλλονε τον Καθικώλη τον Δωκηδουλειά».   Και εκεί οπού επήα να πω κι εγώ κατιτίς, έφυγε το πλάσμα, με νια αστραπή, οι σιόρες μου εμπελάξανε, από τη ντρομάρα μου έφυε ένας ανεμορούφουλας δυνατός οπού εσήκωσε και κουρνιαχτό, βεραμέντες.

Ροβολώντας με τσι σιόρες μου, επεράσαμε μέσα από τα αρκαία, από τα κάστρα και από τσου ναούς, από τσι κρήνες και από τα λουτρά. Μου σμπαραλιάζανε το μυαλό με τσι ερωτήσεις τσου: «Και τι είναι τούτο, και τι είναι κείνο, και γιατί, και γιατί, και γιατί, αφού θα είχαμε κόσμο και θα επουλούσαμε και γάλα», -άτιμες σκέφτηκα, για το νιτερέσο σας εσείς-, αλλά εγώ επήρα νια στενοχώρια! Μα νια στενοχώρια! Εσυφωνούσαμε, δηλαδής, αλλά ένας κόμπος έκατσε στον γκαταπιώνα μου, οπού δεν ημπόρια να τσάξω. Τα έβλεπα ούλα ευκειά και τι να σας πω, βωρέ δεμψηφοφόροι μου, ελυπήθηκα για ευκειά, ελυπήθηκα για εσάς, ελυπήθηκα για εμέ….

Αλλά, γεια σας ωρές, γεια σας και γεια σας κι ερπίζω να μην το μεταγνώσετε, οπού θα το μεταγνώσετε κακομοίρηδές μου, αλλά και που θα το μεταγνώσετε πάλε τα ίδια θα κάμετε. Αλλά κι εγώ τσι άλλες εκλοές «ΓΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΕ ΓΑΛΑ». Για να μην …γκσαναβγώ!...


ΜΕΜΑΣ ΜΠΡΑΤΣΕΤΟΣ

Γ. Μανωλάτος - Ο βιασμός της Φύσης....

...και ο μαρασμός της Κεφαλονιάς

Οι επιχειρηματικές διεργασίες και οι αθέμιτες συμπαιγνίες τους προσπαθούν να  βιάσουν τη φύση και να στερήσουν την Κεφαλονιά μας από το φυσικό λιμάνι της που είναι η  Σάμη.

Ανέκαθεν η Σάμη, σαν φυσικό λιμάνι της  Κεφαλονιάς μας, εξυπηρετούσε τα νησιά μας και συνέβαλε στην ανάπτυξη και την πρόοδό τους.

Πάνω από 50 χρόνια, η γραμμή των πορθμείων Ιθάκη-Σάμη-Πάτρα-Σάμη-Ιθάκη εξυπηρετούσε τα δύο νησιά μας και τους κατοίκους τους συμβάλλοντας όχι μόνο στην ανάπτυξη του νομού μας,  αλλά και επιφέροντας διευρυμένα κέρδη στους πλοιοκτήτες που  εκμεταλλεύονταν τη γραμμή.

Η γραμμή Ιθάκη-Σάμη-Πάτρα-Σάμη-Ιθάκη υπήρξε η δημιουργός  μαγιά ενός  στόλου πορθμείων των πολύ γνωστών «Blue Star Ferry». Ας μη το ξεχνάμε αυτό. Πώς τώρα έγινε, ξαφνικά, μη κερδοφόρος  γραμμή; Όχι δεν πρόκειται περί αυτού.

Πρόκειται για επιχειρηματική συμπαιγνία. Κλίνοντας και αδρανοποιώντας, εντέχνως, το φυσικό λιμάνι της Κεφαλονιάς, το λιμάνι της Σάμης, οι πλοιοκτήτριες εταιρείες που εκμεταλλεύονται τη γραμμή Κυλλήνη-Πόρο προσδοκούν αθέμιτα υπερκέρδη.

Η επιχειρηματική συμπαιγνία και οι μονοπωλιακές πρακτικές καθώς  και η δημιουργία καρτέλ, είναι παράνομες πράξεις  και  πρακτικές και  διώκονται από το νόμο σαν κακουργήματα.

Ας επέμβει ο κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ και τα αρμόδια ελεγκτικά  όργανα της πολιτείας.

Ας ενδιαφερθούν οι δήμαρχοι της Κεφαλονιάς και της  Ιθάκης.

Ας επέμβουν ο Περιφερειάρχης και ο Αντιπεριφερειάρχης μας που είναι κεφαλλονίτες και μάλιστα ο 
Αντιπεριφερειάρχης μας είναι από τη Σάμη.

Ας ζητήσουν από τα αρμόδια  όργανα της δικαιοσύνης και της πολιτείας να  διερευνήσουν την περίπτωση της επιχειρηματικής συμπαιγνίας και της μονοπωλιακής πρακτικής με σκοπό να δημιουργήσουν αθέμιτα υπερκέρδη.

Εμείς, σαν κάτοικοι, σαν φορείς της  Κεφαλονιάς  και της Ιθάκης δε θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα των επιτήδειων που διαδίδουν ότι «…αν δεν έχει  καράβι η Σάμη δεν τρέχει και τίποτα». Δεν πρόκειται μόνο για τη Σάμη. Η γραμμή  αυτή εξυπηρετεί όλη την Κεφαλονιά κατά πολύ καλύτερα από τη  γραμμή του Πόρου.  Μόνο οι Πρόνοι εξυπηρετούνται καλύτερα με τη γραμμή του Πόρου. Η  Σάμη βέβαια πλήττεται πρώτη και πιο γρήγορα από  τις άλλες περιοχές της  Κεφαλονιάς. 

Ας μη επιτρέψουμε να γίνουν οι πόλεις μας, από πρωταγωνιστές της ιστορίας, χωριά χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Ας αντιστρέψουμε τη φορά των γεγονότων.

Ας απογοητεύσουμε αυτούς που με  τις κακόβουλες διεργασίες τους προσπαθούν να υποβιβάσουν το τόπο μας και να επιφέρουν το μαρασμό στη Σάμη και την Κεφαλονιά μας.

Ας ξυπνήσουμε επιτέλους, ας ενεργοποιηθούμε και ας αφήσουμε πίσω την αδράνειά μας.

Ας δράσουμε ενωμένοι, δραστήριοι και αποτελεσματικοί ώστε η Σάμη και η Κεφαλονιά μας  να ξεφύγει από τον μαρασμό και να περάσει σε φάση άνθισης!

Γαβριήλ Μανωλάτος
Καθηγητής Οικονομικών και Ανάπτυξης