Υπάρχουν τρεις κατηγορίες σωτήρων προκειμένου να σωθεί από την αφάνεια ένα έθνος:
Πρώτον, είναι αυτοί που αποφασίζουν ότι θα σώσουν μια ολόκληρη ιδεολογία. Συγκεντρώνουν από το λαό όλους όσοι αντιστέκονται και που κατά την άποψή τους δεν είναι σε θέση είτε δεν έχουν το μυαλό, τις ανώτερες δηλαδή διεργασίες για να τις χρησιμοποιήσουν είτε απλά έχουν άλλες, αλλότριες ιδέες που αντιμάχονται τις …σωστές. Αυτούς τους πάνε ταξίδι …αναψυχής σε νησιά και αρχιπελάγη.
Έχουν δωρεάν φαγητό, εργάζονται γιατί η εργασία ολοκληρώνει τον άνθρωπο, ψυχαγωγούνται και ένας ένας με το καλό ξεπαστρεύεται είτε διανοητικά είτε σωματικά. Πάπαλα, δηλαδή. Οι κακοί, τώρα, εκείνοι που δε θέλουν το καλό ούτε να εξαπλωθεί η …καλή ιδεολογία, όλη αυτή την ιστορία την ονομάζουν εξορία. Οι σωτήρες δε νοιάζονται, επειδή εννοούν ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι μακριά, έξω από την …εν-ορία τους.
Δεύτερον, είναι αυτοί που προκειμένου να μορφώσουν, να εκπολιτίσουν ένα λαό, να τον σπρώξουν σε …ανώτερες πνευματικές σφαίρες, να τον σώσουν δηλαδή από το βόρβορο της μιζέριας και της αμορφωσιάς, κάνουν κάτι πολύ πιο …θεάρεστο από το προηγούμενο. Εκείνους που δε θέλουν να εξυψωθούν σε ανώτερες πνευματικές σφαίρες, τους ακυρώνουν ως ανθρώπους. Τους αφαιρούν, δηλαδή, τη ζωή. Αυτό το ονομάζουν «πολιτιστική επανάσταση». Και το φαγητό που θα περισσέψει θα το πάρουν οι άλλοι, οι εναπομείναντες. Οι κακοί, τώρα, εκείνοι που την έχουν γλιτώσει, όλο αυτό το σκηνικό το ονομάζουν έγ-κλημα. Δεν είναι όμως, για τους σωτήρες έγκλημα, επειδή εννοούν ότι όλη αυτή η ιστορία έτσι έπρεπε να γίνει, γιατί είναι μέσα στο κλίμα, έστω κλήμα (εν + κλήμα) των μεγαλεπήβολων ιδεών τους .
Τρίτον, είναι αυτοί που αποφάσισαν να σώσουν μια χώρα από την οικονομική καταστροφή όπως λένε και κάνουν κάτι πολύ …σημαντικό: δεν κυνηγάνε εκείνους που έχουν πολλά, πάρα πολλά, που κλέβουν φανερά το λαό, αλλά τους χαϊδεύουν και τους διευκολύνουν ώστε να τα φυλάνε σε τράπεζες του εξωτερικού. Επίσης δεν κυνηγάνε όσους φοροδιαφεύγουν κι είναι πολλοί, πάρα πολλοί. Και τι κάνουν αυτοί οι τελευταίοι; Κονομάμε τα άντερά τους, δε δίνουν αποδείξεις (το γνωστό κόλπο), δηλώνουν ελάχιστα στην εφορία κι εκείνη η άγια τους επιστρέφει και κάποια λίγα για να μην τους …αδικήσει. Αλλά έχει και συνέχεια το πράμα: αυτοί που αποφάσισαν να σώσουν τη χώρα –«θα σώσουμε την πατρίδα», λένε ακατάσχετα– με την εισφορά αλληλεγγύης όπως την ονομάσανε, φορολογούν τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους για να πριμοδοτούνται και να …βοηθιούνται, ποιοι άλλοι; αυτοί που φοροδιαφεύγουν! Κι όλο αυτό το σκηνικό δεν είναι παρανοϊκή σχιζοφρένεια, κατά τους σωτήρες αλλά είναι μια νεόκοπη συλλογιστική για τη σωτηρία της πατρίδας.
Αλλά, αυτούς τους τελευταίους μπορούμε να τους ρωτήσουμε: όταν λένε «θα σώσουμε την πατρίδα», ποια πατρίδα εννοούν; Την πατρίδα που βρίσκεται καταχωνιασμένη στις τράπεζες της Ελβετίας; την πατρίδα των κλεφτών και των φοροφυγάδων; την πατρίδα των τραπεζών; την πατρίδα των κότερων και των λιμουζινών ή τη δική τους –ποια όμως- που διαρκώς την εκπορνεύουν; Γιατί ασφαλώς δεν εννοούν την πατρίδα των πολλών, εκείνων που φεύγουν πρόσφυγες ή εκείνων που μένουν και που υποφέρουν καθημερινά και που σε τελευταία ανάλυση αυτοί κρατάνε την όποια πατρίδα. Κι αυτοί, βέβαια δεν είναι καμιά απρόσωπη έννοια, είναι ο λαός. Κι αν αυτό δεν πρόκειται για μια ιδιότυπη εξορία μέσα στην …ενορία τους κι ένα ιδιότυπο έγκλημα μέσα στο κλίμα της εποχής, τότε μπορούμε να αναρωτηθούμε τι ακριβώς είναι.
Και οι τρεις παραπάνω περιπτώσεις σωτήρων διαφέρουν στο εξής: οι δύο πρώτοι δεν ενδιαφέρονται για την πατρίδα, αλλά λένε, ή μάλλον έλεγαν: «για το καλό του λαού». Και αδίστακτα έκαναν εκκαθαρίσεις καθαρίζοντας το λαό! Η τρίτη περίπτωση, πιο σύγχρονη, λέει: «για το καλό της πατρίδας», προσέξτε, δε λένε για το «καλό του λαού», αλλά για το «καλό της πατρίδας». Και είπαμε παραπάνω ποιας πατρίδας. Σου λένε, η πατρίδα είναι απρόσωπη, ας μη λέμε για το καλό του λαού, να μην προκαλούμε κι άλλο. Ύστερα ας κεντρίσουμε και τα όποια εθνικά αντανακλαστικά! Ας φερθούμε ως προασπιστές των πάτριων ενόψει της συντελούμενης παγκοσμιοποίησης, άσχετα αν τα έχουμε παραδώσει και ξεπουλήσει όλα τουλάχιστον για τους επόμενους δύο με τρεις αιώνες! Άσχετα, δηλαδή, αν «καθαρίζουν» ιδιότυπα το λαό και τον στέλνουν να ψάχνει στους σκουπιδοντενεκέδες (σε λίγο καιρό θα είναι μήπως υπερβολικό;) διαμέσου της έννοιας της πατρίδας.
Τέλος, και οι τρεις παραπάνω περιπτώσεις σωτήρων, μοιάζουν σε ένα μέγιστο χαρακτηριστικό: είναι αυτόκλητοι, κάτι σαν μεσσίες, που χύνουν άμα λάχει κροκοδείλια δάκρυα, δάκρυα σωτηριολογίας.
Και άλλοι από αυτούς υποκρίνονται γιατί έχουν γίνει υποχείρια είτε των παγκόσμιων οικονομικών παικτών που καθοδηγούν τις τύχες του πλανήτη και άλλοι μάλλον όχι, γιατί καθοδηγούνται και είναι δυστυχώς εμποτισμένοι από την εκλογίκευση που είναι κράμα σωτηρίας του πολιτικού τους μέλλοντος (βλέπε τομαριού), φόβου απέναντι στην εξουσία που τους περιθάλπει και ενός βολέματος που ταυτίζεται με μια ασαφή ιδεολογική εικόνα για τη σωτηρία της πατρίδας.
Είναι άλλωστε γνωστά τα επιχειρήματά τους που προβάλλουν ανάλογα με την περίσταση. Άλλες φορές κλείνουν υπέρ της μιας δικαιολογίας (έχει δίκιο ο κόσμος αλλά δεν μπορώ να εναντιωθώ στην κυβέρνηση) και άλλες φορές υπέρ της άλλης (έχει δίκιο ο κόσμος, αλλά δε γίνεται να καταστραφεί η πατρίδα).
Και λέω πιο πάνω δυστυχώς, γιατί το έσχατο σημείο κατάπτωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι να ταυτίζει κάποιος το στενά πολιτικό του μέλλον με τη σωτηρία της πατρίδας και να υποκρίνεται, όπως κατάντια είναι επίσης, να ισχυρίζεται το ίδιο και να έχει πείσει γι’ αυτό τον εαυτό του.
Ένα ερώτημα πάντως υπάρχει μετέωρο. Καλά, αυτοί σώζουν τους άλλους, αυτούς ποιος θα τους σώσει; Μήπως πρέπει να μεριμνήσουν και γι’ αυτό;
Σιγά που δεν είχαν και δεν έχουν μεριμνήσει…
MAJOR ARX